Festivals 60ό ΦΚΘ: Man Is Not a Bird

29 Οκτωβρίου 2019 |

0

60ό ΦΚΘ: Man Is Not a Bird

Σκηνοθεσία : Ντούσαν Μακαβέγιεφ

Με τους : Μιλένα Ντράβιτς, Γιάνεζ Βρχόβετς, Εύα Ρας, Στόγιαν Αραντζέλοβιτς

81’ (Γιουγκοσλαβία, 1965)

ε.τ. Ο άνθρωπος δεν είναι πουλί

Σε μια μικρή εξορυκτική κοινότητα ενός γκρίζου και καταθλιπτικού βιομηχανικού σκηνικού της Σερβίας (κοντά στο Κραγκούγιεβατς) ένας νεοφερμένος μηχανικός, ο μεσήλικας Γιαν – που έχει κληθεί να επιβλέψει μια μεγάλη δουλειά σ’ ένα εργοστάσιο (έχοντας φέρει εις πέρας απαιτητικά έργα από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι το Καράτσι) – γνωρίζεται με την οικογένεια της κομμώτριας Ράικα (Μιλένα Ντράβιτς) και καταλήγει νοικάρης στο σπίτι τους.

Αν και (κατά πολύ) νεώτερη η τελευταία, θα τον «κυνηγήσει» και θα γίνουν εραστές. Παράλληλα, ο μέθυσος εργάτης χαλκού Μπαρμπούλοβιτς διαπληκτίζεται με την υποτακτική σύζυγο για την ερωμένη του και στη συνέχεια η πρώτη την πέφτει στην δεύτερη στην λαϊκή αγορά με αφορμή ένα φόρεμά της που εκείνος χάρισε στην μετρέσα, για να ξεσπάσει άγρια φιλονικία.

Η Ράικα αρχίζει να καλοβλέπει έναν νεαρό φορτηγατζή, άνθρωπο της ηλικίας της, που την «πλευρίζει» επίμονα στη δουλειά. Όταν οι γονείς της ανακαλύπτουν το «παραστράτημα» με τον Γιαν (και ο πατέρας της απειλεί να τον… καταγγείλει στο Κόμμα) εκείνη στρέφεται περισσότερο προς τον συνομήλικο φορτηγατζή, ενώ όλο αυτό συμπίπτει με την απορρόφηση-αφοσίωση του Γιαν να ολοκληρώσει το έργο του πριν το καθορισμένο χρονοδιάγραμμα (εξοικονομώντας έτσι τεράστια οφέλη και κέρδη για το Εργοστάσιο και για το Κόμμα-βεβαίως, βεβαίως), γεγονός που τον απομακρύνει διαρκώς από την Ράικα, θέτοντας σε δοκιμασία (και σε προφανή κίνδυνο) την σχέση τους.

Λανσάροντας ένα νέο ρεπερτόριο σε επίπεδο κινηματογραφικού ύφους και θεματικής αναζήτησης, το πρωτόλειο του Μακαβέγιεφ δεν βάζει απλώς τα θεμέλια για την μεταγενέστερη φιλμογραφία του αλλά συν-καθορίζει αποφασιστικά τη δεύτερη φάση του Νέου Γιουγκοσλαβικού Σινεμά (Novi Film). Το φιλμ – εκ πρώτης – επιχειρεί να συνταιριάξει μ’ αυτό που επικαλείται ο υπότιτλός του («Α Love Film»). Στο επίκεντρό του παραμένουν αποφασιστικά οι δύο παράλληλες ιστορίες : εκείνη του τραχύ, άξεστου (και βίαιου) Μπαρμπούλοβιτς και της υπερβολικά πειθήνιας συζύγου, κι αυτή ανάμεσα στον μηχανικό Γιαν και την ντόπια Ράικα.

Κι όμως, η (ειρωνική) «ταμπέλα» του είδους («ερωτική ιστορία»), βρίσκεται εκεί περισσότερο για να αμφισβητήσει παρά για να προσδιορίσει τα τεκταινόμενα: τα πάντα στο Man is not a Bird (πλοκή, εικονογράφηση, χαρακτήρες) διαρρηγνύουν τις συμβάσεις του παραδοσιακού μελοδράματος. Η ρήξη είναι πέραν του καταφανούς. H συμπεριφορά του Μπαρμπούλοβιτς απέναντι στη γυναίκα του είναι απεχθής: την βασανίζει και την κακομεταχειρίζεται (ψυχικά και σωματικά), ενώ διατηρεί ανοικτά ερωμένη. Αλλά κι ο τρόπος που σκιαγραφείται η τελευταία, κάθε άλλο παρά συνήθης.

Παρά ταύτα, ο Μακαβέγιεφ την «απελευθερώνει» και την χειραφετεί με έναν πρωτοφανή τρόπο: μετά την παρακολούθηση της παράστασης-επίδειξης ενός υπνωτιστή (οι σκηνές τσίρκου του φιλμ – όχι μόνο η συγκεκριμένη – είναι εκπληκτικά φωτογραφημένες), η ίδια κατακτά την αυτογνωσία και αντιπαραβάλλει την κατάσταση που βιώνει στο σπίτι με εκείνη της Ύπνωσης. «Αυτό που κάνουν οι Σύζυγοι και το Κράτος», εκμυστηρεύεται με τόλμη σε μια φίλη της, «είναι το ίδιο ακριβώς με ότι κάνει κι ένας υπνωτιστής: σου λένε να το βουλώσεις και συ το βουλώνεις». Σηματοδοτώντας ενδεχομένως το πρώτο φεμινιστικό μανιφέστο στην ιστορία του γιουγκοσλάβικου σινεμά, η ηρωίδα αποφαίνεται πως Ύπνωση είναι όταν «…ακούς αδιαμαρτύρητα και κάνεις ότι σου λένε», για να καταλήξει με (κατακτημένη) αποφασιστικότητα : «Ξέρω τι πρέπει να κάνω από δω και μπρος. Όχι άλλη ύπνωση».

Στα πλαίσια της κρατούσας σοσιαλιστικής και πατριαρχικής ηθικής, το έτερο ζευγάρι του έργου απεικονίζεται με εξίσου ανατρεπτικό τρόπο. Ο Γιαν είναι κατά πολύ μεγαλύτερος απ’ την ερωμένη του (και πιθανότατα παντρεμένος) και το κυριότερο, η παραπαίουσα σχέση μαζί της συνοψίζει και αποκρυσταλλώνει εμφατικά αυτό που με τα χρόνια έμελλε να γίνει κυρίαρχη προβληματική στο σινεμά του Μακαβέγιεφ : τις δυσκολίες «παντρέματος» Αγάπης και Καθήκοντος. Ή – σε ευρύτερο επίπεδο – συνύπαρξης της Λίμπιντο με την Ιδεολογία. Κάποια στιγμή, η Ράικα παραπονιέται στον Γιαν πως δεν συναντιούνται αρκετά: «έχεις παντρευτεί τη δουλειά σου» του λέει, δίνοντας σάρκα και οστά στην σύγκρουση των δύο κόσμων – ατομικού και συλλογικού, δημόσιου και ιδιωτικού – στη σφαίρα του σοσιαλισμού.

Βάσει των παραπάνω, ο τρόπος που ο Μακαβέγιεφ στοιχειοθετεί και ενορχηστρώνει την εξασθένηση (αρχικώς) και την παρακμή (εν συνεχεία) της σχέσης τους, είναι ενδεικτικός. Η Ράικα ενδίδει στις ορέξεις του μουρντάρη φορτηγατζή Μπόσκο, την ώρα που ο Γιαν βραβεύεται για το εξαιρετικό επαγγελματικό του επίτευγμα (με εύφημο μνεία και μετάλλιο, φυσικά – και όχι κάποιο μπόνους: αλλοίμονο και κρίμα απ’ το Θεό να πέσει έξω ο… προϋπολογισμός του Κόμματος).

Η σκηνοθεσία αντιπαραθέτει στα πλάνα απ’ την τελετή βράβευσης του τελευταίου (αλλά και στις σχετικές προετοιμασίες της γιορτής: εκεί όπου η ανελέητη, αποδομητική σάτιρα του Μακαβέγιεφ ξεδιπλώνεται σε όλο της το μεγαλείο) – στα οποία ακούμε τις γραφειοκρατικές εξαγγελίες και τις ξύλινες ομιλίες των στελεχών του Κόμματος που συνοδεύονται από τους ήχους μιας φιλαρμονικής που ερμηνεύει την «Ωδή στη Χαρά» του Μπετόβεν – την σκηνή στην καμπίνα του φορτηγού του Μπόσκο, όπου ο ίδιος και η Ράικα κάνουν έρωτα.

H (συμβολική) σημασία του κοντράστ είναι διττή: πέραν της έγερσης του διλήμματος περί καταλληλότητας του σοσιαλιστικού μοντέλου για μια επαρκή κάλυψη των (πραγματικών) αναγκών της εργατικής τάξης (με το γκροτέσκο μιας συναυλίας με έργα Μπετόβεν μπροστά στο αποσβολωμένο, αδιάφορο – στην καλύτερη περίπτωση – κοινό των μεροκαματιάρηδων ενός εργοστάσιου χαλκού: «δώστε τους κουλτούρα, όχι ψωμί»), ο χειρισμός του σκηνοθέτη υποδηλώνει γενικότερα πως – σε αντίθεση με τις ρήσεις και κατηχήσεις των γραφειοκρατών από τα Κεντρικά – η πληρότητα κι η ευδαιμονία της ανθρώπινης ζωής δεν επιτυγχάνεται με τη (σκληρή) δουλειά ή τις μεγάλες ιδέες, αλλά μάλλον κρύβεται στη σφαίρα του ιδιωτικού/ατομικού και στις παρυφές της λίμπιντο. Ο άνθρωπος δεν είναι πουλί, γιατί δεν μπορεί να πετά από δω κι από κει (παρά μόνο όπου του ορίζουν, τον χρειάζονται ή επιλέγουν γι’ αυτόν Άλλοι). Χρειάζεται όμως και Στοργή. Κι αυτή δεν θα την βρει στις αγκάλες-δαγκάνες-γρανάζια του Κόμματος…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Τα "Παράσιτα" του Μπονγκ Τζουν-χο βγαίνουν στις αίθουσες και εμείς θέλουμε να μάθουμε. Ποιος είναι ο αγαπημένος σας Χρυσός Φοίνικας την τελευταίας 5ετίας;
  • FB Cinedogs

  • Latest