Festivals 60ό ΦΚΘ: Love Affair, or The Case of the Missing Switchboard Operator

28 Οκτωβρίου 2019 |

0

60ό ΦΚΘ: Love Affair, or The Case of the Missing Switchboard Operator

Σκηνοθεσία : Ντούσαν Μακαβέγιεφ

Με τους : Εύα Ρας, Σλόμπονταν Αλίγκρουντιτς, Ρουζίκα Σόκιτς, Μίοντραγκ Άντριτς

79’ (Γιουγκοσλαβία, 1967)

ε.τ. Έγκλημα ζηλοτυπίας

Στο Βελιγράδι, η νεαρή τηλεφωνήτρια Ιζαμπέλα (Εύα Ρας) γνωρίζεται με τον υγειονομικό επιθεωρητή Άχμεντ. Παρά την διαφορετική προέλευση (αυτή μια Ουγγαρέζα εθνική, εκείνος ένας Βόσνιος μουσουλμάνος) και νοοτροπία (εκείνη μοντέρνα, ζωηρή κι εξωστρεφής, αυτός αρτηριοσκληρωτικό μέλος του Κόμματος), οι δυο τους ερωτεύονται. Η σχέση τους μοιάζει να ευδοκιμεί, παρά τα θεματάκια και τις κλιμακούμενες εντάσεις που γεννούν τα δικά της τετριμμένα ενδιαφέροντα κι η δική του εργασιακή απορρόφηση.

Ενόσω ο τελευταίος λείπει σε ταξίδι για δουλειές, εκείνη καταλήγει σε one night stand με συνάδελφο-διανομέα τηλεγραφημάτων (που την «ζαχαρώνει») και σύντομα διαπιστώνει πως είναι έγκυος και αβέβαιη για το ποιος απ’ τους δυο είναι ο πατέρας. Στρεσαρισμένη και γεμάτη ανασφάλεια, η Ιζαμπέλα αποξενώνεται βαθμιαία από τον Άχμεντ, ο κλειστός χαρακτήρας του οποίου αδυνατεί να συμβιβάσει μέσα του και να διαχειριστεί με διαλλακτικότητα τις αιφνίδιες συναισθηματικές μεταπτώσεις της συντρόφου του. Η σχέση τους χειροτερεύει και αμφότεροι δείχνουν να γλιστρούν σταδιακά προς τον τραγικό επίλογο.

Η δεύτερη (μεγάλου μήκους) ταινία του Ντούσαν Μακαβέγιεφ εκκινεί με δύο (αναπάντεχα) ερωτήματα: «θα υπάρξει εν τέλει ρεφορμισμός του Ανθρώπου;» και – εάν ναι – «θα διατηρήσει άραγε αυτός ο Νέος Άνθρωπος κάποιες απ’ τις παλαιές του Λειτουργίες και ποιές;». To πρώτο ερώτημα – που κάλλιστα θα μπορούσε να έχει ξεπηδήσει απ’ οποιοδήποτε σοβιετικό εγχειρίδιο – συνοψίζει το θεμελιώδες (προ)απαιτούμενο της μαρξιστικής παιδαγωγικής: την καλλιέργεια του νέου Ατόμου με ταξική συνείδηση. Ενώ το δεύτερο περικλείει ένα απ’ τα πιο συχνά κι επαναλαμβανόμενα θέματα στο σινεμά του Μακαβέγιεφ (που ήδη μας είχε συστήσει με το ντεμπούτο του, Man is not a Bird): είναι εφικτό για κάποιον να οικοδομήσει μέσα του τον σοσιαλισμό, διατηρώντας ταυτόχρονα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του;

Μ’ άλλα λόγια, για να επιτύχει το όραμα της «κοινωνίας των ιδεών», πρέπει ο Άνθρωπος να εγκαταλείψει τη λίμπιντο (να παραιτηθεί δηλαδή απ’ τις λειτουργίες και τις ανάγκες της τελευταίας); Φαντάσου ότι το πρώτο ραντεβού των δύο πρωταγωνιστών (και η επακόλουθη ερωτική συνεύρεση) λαμβάνει χώρα μπροστά σε μια οθόνη τηλεόρασης που παίζει σκηνές από κομμουνιστική διαδήλωση, με τα πανό να αναγράφουν «Κλείστε τις Εκκλησίες» και το συγκεντρωμένο πλήθος-λαοθάλασσα να εισέρχεται για πλιάτσικο σε ναούς, αποκαθηλώνοντας Σταυρούς από τους τρούλους και αναρτώντας στη θέση τους τις κόκκινες σημαίες της Επανάστασης.

Στην εναρκτήρια σεκάνς, ο Μακαβέγιεφ παρεμβάλει – εν είδει ντοκιμαντέρ – έναν διάσημο σεξολόγο που μιλάει στην κάμερα για τη σημασία της σεξουαλικότητας και τον κίνδυνο για τον Άνθρωπο απ’ την παραμέληση του σεξουαλικού ενστίκτου. Στον απόηχο αυτής της σκηνής, ο σκηνοθέτης μας συστήνει την πρωταγωνίστρια του – την νεαρή και όμορφη Ιζαμπέλα – που είναι νεοφερμένη στο Βελιγράδι. Την παρακολουθεί να περιδιαβαίνει τους δρόμους της Γιουγκοσλαβικής πρωτεύουσας και να ανταλλάσσει αργόσχολες, νωχελικές κουβέντες (για τα γκομενικά, το γυναικείο beauté και την καθημερινότητα) με τη φίλη της Ρούζα – που σε ανύποπτη στιγμή, θα της διαβάσει και τη μοίρα της στα χαρτιά. Μια μέρα γνωρίζει τον Άχμεντ, εργένη και άρτι αφιχθέντα (επίσης) στην πόλη.

To σμίξιμό τους δεν είναι και το πιο ταιριαστό: όπως ο ήρωας στο Man is not a Bird, o τελευταίος είναι (εμφανώς) κοινωνικά αδέξιος, καραμπινάτος σπιτόγατος, αφοσιωμένο μέλος του Κόμματος (αληθινή απόλαυση η σκηνή όπου οι σύντροφοι της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας στέλνουν κάτι δίσκους με εμβατήρια και ο ήρωας σπεύδει να αγοράσει πικάπ για να τους ακούσει, καμαρώνοντας σαν γύφτικο σκεπάρνι!) και – κυρίως – υπερβολικά προσηλωμένος στην άχαρη και ανέμπνευστη δουλειά του, ενώ η ίδια ένα κορίτσι γεμάτο ζωντάνια και εξωστρέφεια. «Οι εργένηδες ζουν πάντα στον πάτο του σωρού» της λέει αυτός και της αποκαλύπτει το στριμωγμένο, ταπεινό και ατημέλητο δώμα του. «Ζεις σαν αυτόν τον τύπο στα Ανεμοδαρμένα Ύψη», αναφωνεί εκείνη μόλις το αντικρίζει.

Κόντρα στην αφηγηματική δομή και τις συμβάσεις του κλασικού μελοδράματος, ο Μακαβέγιεφ μας μεταφέρει – αμέσως μετά την πρώτη συνάντηση των μελλοντικών εραστών – στη σκηνή της ανάσυρσης ενός γυναικείου πτώματος από ένα ρωμαϊκό φρέαρ και της νεκροψίας που ακολουθεί (σε όλο το εύρος της ανατριχιαστικής καταγραφής της), όπου και αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για την ηρωίδα της ιστορίας. Την σεκάνς της νεκροψίας διαδέχεται η ψευδο-ντοκιμαντερίστικη ανάλυση του εγκλήματος πάθους που προηγήθηκε από τα χείλη ενός εγκληματολόγου (μαζί με διάφορα ακαδημαϊκά σχόλια περί της φύσεως εγκλήματος και εγκληματία, αλλά και των προόδων της εν λόγω επιστήμης).

Η χρήση των συγκεκριμένων παρεμβολών (στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και μια επιδρομή του υγειονομικού κλιμακίου του ήρωα σε «εστίες» αρουραίων και η ευκαιρία να προχωρήσει ο τελευταίος, voice-over, σε μίνι ιστορική αναδρομή της εμφάνισης του τρωκτικού στην Ευρώπη) αλλά και μιας διαρκούς αφηγηματικής «πρόληψης» (που χαρακτηρίζει και τα μεταγενέστερα έργα του) επιτρέπει στον Μακαβέγιεφ την ρήξη με τη γραμμική αφήγηση, την αποκαθήλωση του σασπένς και την απουσία απ’ το φιλμ παραδοσιακών συμβάσεων και ειδολογικών γνωρισμάτων.

Ως εκ τούτου, απ’ το ξεκίνημά του κιόλας, το Love Affair παύει να αποτελεί κινηματογραφική ενσάρκωση-αποτύπωση ενός «love story» ή μιας «τραγωδίας», αλλά εξελίσσεται σε κριτική, στοχαστική διερεύνηση της φαινομενολογικής σύγκλισης Έρωτος και Θανάτου. Προϊούσης της βασικής (μυθοπλαστικής) αφήγησης, Ιζαμπέλα και Άχμεντ καταλήγουν μαζί (να συζούν) και παρά τις (ουσιώδεις) διαφορές και αντιθέσεις τους ο έρωτας μοιάζει να κυριαρχεί και να επιβάλλεται. Φευ!

Οι εργασιακές υποχρεώσεις-δεσμεύσεις του τελευταίου και η διαρκής απουσία από το σπίτι τον απομακρύνουν από την πρώτη («οι άνθρωποι δεν είναι φτιαγμένοι από ξύλο-ειδικά εγώ», λέει με παρρησία η ηρωίδα στην κάμερα), ωθώντας την στο εφήμερο μπλέξιμο με κάποιον άλλον και με κίνητρο πρωτίστως την σεξουαλική – και όχι συναισθηματική – (εκ)πλήρωση (μετουσιώνοντας – ή καλύτερα συγκεκριμενοποιώντας – την υπαινικτική διχοτόμηση που διέπει ολόκληρο τον αφηγηματικό ιστό της ταινίας).

Στο Love Affair o Μακαβέγιεφ συνεχίζει τους πειραματισμούς με την κινηματογραφική αφήγηση, επεκτείνοντας την προβληματική και τις ανησυχίες που είχε εκδηλώσει στο ντεμπούτο του. Εντούτοις, η «αυθάδεια» με την οποία το συγκεκριμένο στοχάζεται για την ανελαστικότητα και αδιαλλαξία (μη γελιέσαι, ως αδυναμία και ανικανότητα την παρουσιάζει) του σοσιαλιστικού μοντέλου στη διαχείριση-εξισορρόπηση δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας, καθώς και η περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση όσον αφορά την πρόκριση μιας καινοτόμου κινηματογραφικής γλώσσας και των εργαλείων αυτής (διακεκομμένη και μη γραμμική αφήγηση, παρεμβολή αισθητικών επίκαιρων, ντοκουμέντων και υλικού τεκμηρίωσης, χρήση μοντάζ και μη-διηγητικού ήχου), το καθιστούν ένα απ’ τα πιο ανατρεπτικά δείγματα κινηματογραφικού μοντερνισμού στο γιουγκοσλαβικό σινεμά του ’60.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Τα "Παράσιτα" του Μπονγκ Τζουν-χο βγαίνουν στις αίθουσες και εμείς θέλουμε να μάθουμε. Ποιος είναι ο αγαπημένος σας Χρυσός Φοίνικας την τελευταίας 5ετίας;
  • FB Cinedogs

  • Latest