10 προτάσεις για το 19ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου!

Επιστρέφει ξανά ο αγαπημένος κινηματογραφικός θεσμός της Άνοιξης (για εννιά ημέρες στην Αθήνα, από 20 μέχρι 28 Μαρτίου και για επτά στη Θεσσαλονίκη, από 29 Μαρτίου μέχρι 4 Απριλίου). Το 19ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου μας επισκέπτεται φέτος με έμφαση στο γκλάμουρ και την αισθητική κομψότητα (που αναδύονται από διάφορες πτυχές του προγράμματός του αλλά και από την οπτική του ταυτότητα και το οικείο promo trailer), διαθέτοντας ως κορωνίδα ένα θεματικό αφιέρωμα στη μόδα και ένα σχετικό masterclass από τον Γ.Γ. του Μουσείου Dior και τον σκηνοθέτη του ντοκιμαντέρ Christian Dior, L’élégance du paradis perdu, το οποίο θα προβληθεί στα πλαίσια της συγκεκριμένης συνάντησης.

Το φεστιβάλ συνεχίζει και φέτος τη συνεργασία με το Animasyros μέσω του Καλειδοσκόπιου ταινιών animation, ενώ καινοτομεί διοργανώνοντας σε συνεργασία με την ΕΣΠΕΚ συναντήσεις για τους επαγγελματίες του χώρου με άξονα τη συντήρηση, τη νομοθεσία και τις πρακτικές γύρω από τα κινηματογραφικά αρχεία. Τέλος, η Λευκή Κάρτα (Carte Blanche) της διοργάνωσης παραχωρείται φέτος (για πρώτη φορά) σε ένα γαλλικό φεστιβάλ : το επί τριακονταετία Premiers Plans της Ανζέρ (παρουσία του Γενικού του Διευθυντή και ιδρυτή των Europa Cinemas) μας καλεί να ανακαλύψουμε μερικές απ’ τις τελευταίες ταινίες του.

Το Φεστιβάλ, κατά την πάγια τακτική του, θα απονείμει και φέτος δύο βραβεία για τις ταινίες που συμμετέχουν στο Διαγωνιστικό του Τμήμα : το βραβείο Κριτικής Επιτροπής και το βραβείο Κοινού. Αναλυτικά όσα θέλετε να γνωρίζετε, στο site του 19ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου. To CineDogs ξεφυλλίζει το πρόγραμμα της διοργάνωσης και σας προτείνει μερικά από τα hot spots των φετινών προβολών, ελπίζοντας να σας οδηγήσει σε μια απολαυστική βόλτα μέχρι την σκοτεινή αίθουσα:

Le brio (Διαγωνιστικό Τμήμα)

Από την κλασική Διαγωγή Μηδέν του Βιγκό μέχρι τα 400 Χτυπήματα του Τρυφφώ, το γαλλικό σινεμά είχε την τάση να απεικονίζει τους δασκάλους ως σκληρούς παιδαγωγούς που διατηρούν μια δρακόντεια αίσθηση της τάξης. Ακόμη κι αν δεν υπήρξε μέχρι σήμερα το γαλατικό αντίπαλο δέος σε φιλμ όπως Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών ή το Ανατολικό Λος Άντζελες, τα τελευταία χρόνια ταινίες όπως το Ανάμεσα στους Τοίχους (Χρυσός Φοίνικας στις Κάννες) και το …Ολοκαυτωματικό tearjerker Μαθήματα Ζωής ή ακόμη και το – παρόν επίσης στο φετινό πρόγραμμα – La mélodie (ξαδερφάκι του Μια Τρυφερή Σχέση του Γουές Κρέιβεν με την Μέρυλ Στρηπ) ξεχωρίζουν για την προσέγγιση και φιλμική διαχείριση του πυγμαλιωνικού μοτίβου σε συνδυασμό με το κοινωνιολογικό πλαίσιο αναφοράς τους.

Σε αυτή τη λίστα, έρχεται να προστεθεί το τελευταίο σκηνοθετικό πόνημα του Ιβάν Ατάλ : το φιλμ αποτελεί ερμηνευτικό μπρα-ντε-φερ ανάμεσα σε μια αραβικής καταγωγής φοιτήτρια (την πρώην ράπερ Καμέλια Τζορντάνα) που ονειρεύεται νομική καριέρα και τον κυνικό, ανελαστικό και ρατσιστή καθηγητή της (Ντανιέλ Οτέιγ), που για να αποκαταστήσει την δημόσια εικόνα του εξαναγκάζεται να κοουτσάρει την ηρωίδα για τον ετήσιο διαγωνισμό ρητορικής δεινότητας της Σχολής, εκεί όπου οι υποψήφιοι καλούνται να αγορεύσουν και να επιχειρηματολογήσουν σε μια ευρεία θεματική γκάμα, μετερχόμενοι τις πλέον εύγλωττες και ευφάνταστες μεθόδους. Μια ιδιόμορφη σχέση μέντορα και μεντορευόμενου θα αναδειχθεί επί Οθόνης…

La promesse de l’aube (Διαγωνιστικό Τμήμα)

Στο Υπόσχεση την Αυγή (1970) του Ζυλ Ντασέν, η Μελίνα Μερκούρη υποδυόταν ρωσο-εβραία ηθοποιό του βωβού που μεγάλωνε το νόθο γιο της, τον μετέπειτα γάλλο συγγραφέα και διπλωμάτη Ρομαίν Γκαρύ. Στο ριμέικ του Ερίκ Μπαρμπιέ, Πιέρ Νινύ και Σαρλότ Γκενσμπούρ ενσαρκώνουν τον διάσημο λογοτέχνη και την τυραννική, δεσποτική μητέρα του – σε υλικό που βασίζεται στην ομώνυμη αυτοβιογραφική νουβέλα του πρώτου.

Και αν η ζωή του Γκαρύ – που μεγάλωσε σε μονογονεϊκό περιβάλλον στο λιθουανικό Βίλνιους της δεκαετίας του ’20 (πολωνόφωνο τμήμα της πάλαι ποτέ ρωσικής αυτοκρατορίας) πριν μετακομίσει στη Νίκαια της Γαλλίας, που στρατολογήθηκε από τις Ελεύθερες Γαλλικές Δυνάμεις στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως πιλότος βομβαρδιστικού, που παντρεύτηκε την ηθοποιό Τζην Σήμπεργκ, διετέλεσε Γενικός Πρόξενος της Γαλλίας στο Λος Άντζελες και υπήρξε πολυβραβευμένος μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος – μοιάζει βγαλμένη απ’ το πλέον ελκυστικό υλικό μιας νουβέλας, τούτο συμβαίνει επειδή (εν μέρει) έτσι και είναι.

Το Υπόσχεση την Αυγή (δημοσιευμένο το 1960) αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας, εμπνευσμένο απ’ την ζωή του τελευταίου και ζωντανεμένο με πλούσιο οίστρο και κάτι παραπάνω από απλή… επινοητικότητα. Ολόκληρο το φιλμ είναι ιδωμένο μέσα από το πρίσμα αυτού του ασυνήθιστα ισχυρού και τεταμένου δεσμού μάνας-γιου. Η διαρκής πίεση και οι υψηλές προσδοκίες της πρώτης αναμφίβολα επηρέασαν την πορεία του δεύτερου προς το μεγαλείο και την καθολική αναγνώριση αλλά και ευθύνονται για την διαρκή απογοήτευση που ο ίδιος εισέπραττε, αισθανόμενος πως δεν κατόρθωνε να την ικανοποιεί ή να την κάνει ευτυχισμένη… ακόμη κι όταν εκπλήρωνε κάποιον απ’ τους απίθανους και υπερβολικούς στόχους που εκείνη του έθετε.

La douleur (Διαγωνιστικό Τμήμα)

Η βραδυφλεγής δημιουργία του Εμανουέλ Φινκιέλ με επίκεντρο μια γυναίκα εκπληκτικής ευρυμάθειας – της οποίας οι φιλμοκατασκευαστικές αναζητήσεις και ανησυχίες υπήρξαν ιδιαιτέρως πρωτοποριακές (αν όχι σκανδαλιστικές) μέσα στον ριζοσπαστισμό τους – επιχειρεί να απορροφήσει με όρους δραματοποιημένου biopic επεισόδια-κλειδιά της ιδιωτικής ζωής της ηρωίδας του, στο Παρίσι του 1944-45. Η Μελανί Τιερύ (ποιος δεν την θυμάται στο αλησμόνητο εφηβικό της ντεμπούτο, στον Θρύλο του 1900 του Τζιουζέπε Τορνατόρε – πλάι στον Τιμ Ροθ) ενσαρκώνει την Μαργκερίτ Ντυράς, σε μια διασκευή των ημι-αυτοβιογραφικών τετραδίων της τελευταίας στη διάρκεια και αμέσως μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η κραταιά – ακόμη και στις μέρες μας – δημοτικότητα του ονόματος της Ντυράς στους απανταχού κύκλους της διανόησης, διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον για το θέμα της ταινίας.

Επιτυχημένη μυθιστοριογράφος, χρονικογράφος και σεναριογράφος (υποψήφια για Όσκαρ με το Χιροσίμα, Αγάπη μου του Αλέν Ρενέ), αλλά και φιλόσοφος-διανοούμενη που έχαιρε μιας άβολης φήμης, η Ντυράς συνήθιζε στα χειρόγραφά της να θολώνει μεθοδευμένα, εσκεμμένα και άκρως αποτελεσματικά την (συχνά δυσδιάκριτη) γραμμή μεταξύ αυτοβιογραφίας και μυθοπλασίας. Στην «Οδύνη», η αφήγηση παρακολουθεί τις προσπάθειες της ηρωίδας να διαχειριστεί την οδυνηρή απουσία του συζύγου της, συγγραφέα και εξέχοντος μέλους της Αντίστασης, που συλλαμβάνεται και απελαύνεται από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής, αλλά και τον κρυφό δεσμό που διατηρεί με σύντροφο του τελευταίου. Ταυτόχρονα συναναστρέφεται γάλλο συνεργάτη της Γκεστάπο (Μπενουά Μαζιμέλ) σε μια ακολουθία τετ-α-τετ που αναδεικνύουν έναν χορταστικό, φιλόδοξα κομψό σχεδιασμό παραγωγής και τα δυνατά σημεία της σκηνοθεσίας, επιτρέποντας συγχρόνως στους δύο πρωταγωνιστές να κλέψουν (αστραφτερές) στιγμές μπροστά στον φακό…

Fleuve noir (Διαγωνιστικό Τμήμα)

Πολυ-αναμενόμενη επιστροφή στο κινηματογραφικό προσκήνιο για τον Ερίκ Ζονκά (της Ονειρεμένης Ζωής των Αγγέλων και των βραβευμένων στις Κάννες πρωταγωνιστριών του Ελοντί Μπουσέ και Νατάσα Ρενιέ, αλλά και του κατοπινού Julia με την Τίλντα Σουίντον σε έναν απ’ τους καλύτερους ρόλους της ως αλκοολική απαγωγέας). Στον Μαύρο Φάκελο, η ιστορία εκκινεί με την εξαφάνιση του έφηβου γόνου μιας οικογένειας και την υπόθεση να ανατίθεται σε έναν κουρασμένο και αποκαρδιωμένο ντετέκτιβ (Βενσάν Κασέλ), τον οποίο έχει μόλις παρατήσει η γυναίκα του.

Ο ήρωας διεξάγει την έρευνα ενώ παράλληλα επιδεικνύει απροθυμία να ασχοληθεί με τον δικό του ανήλικο γιο, που επανεμφανίζεται ξαφνικά στη ζωή του και φαίνεται αναμεμειγμένος σε διακίνηση ναρκωτικών. Όταν ο πρώην καθηγητής γαλλικών του θύματος (Ρομαίν Ντουρίς) μαθαίνει για την εξαφάνιση του παλιού του μαθητή, εκδηλώνει ενδιαφέρον για την έρευνα και προθυμοποιείται να βοηθήσει τον ντετέκτιβ. Εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα, για ένα φιλμ που φιλοδοξεί να προστεθεί στον σημαντικό κατάλογο της μακράς κι επιτυχημένης παράδοσης του σκληρού, σκοτεινού, πεσιμιστικού γαλλικού policier

Le collier rouge (Πανόραμα)

Ο Ζαν Μπεκέρ (σκηνοθέτης του θρυλικού L’été meurtrier με την Ιζαμπέλ Ατζανί, του αναπάντεχου Élisa με την Βανέσα Παραντί και του υπέροχου Deux jours à tuer, αλλά και γόνος του σπουδαίου δημιουργού της κλασικής περιόδου Ζακ Μπεκέρ) επιστρέφει στα 85 του (παρακαλώ) πίσω από την κάμερα σε ένα δράμα εποχής που εκτυλίσσεται στην περίοδο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Το Κόκκινο Περιδέραιο αποτελεί διασκευή της ομώνυμης νουβέλας του Ζαν-Κριστόφ Ρουφέν και η ιστορία, με σκηνικό μια μικρή πόλη του 1919, περιστρέφεται γύρω από την ανάκριση ενός νέου άντρα (Νικολά Ντουβοσέλ) – πρώην ήρωα πολέμου που τώρα έχει πέσει σε δυσμένεια – ο οποίος βρίσκεται εκεί υπό κράτηση, έχοντας διαπράξει ένα πολύ παράξενο έγκλημα.

Ο στρατιωτικός δικαστής (Φρανσουά Κλουζέ) που αναλαμβάνει να ξεδιαλύνει την υπόθεση, είναι ένας αριστοκράτης του οποίου οι αρχές και τα πιστεύω έχουν κλονιστεί μετά τον Πόλεμο. Η βελγικής καταγωγής Σοφί Φερμπέεκ υποδύεται την αφοσιωμένη αγαπημένη του ήρωα, που περιμένει και ελπίζει. Μια βαθιά ουμανιστική ιστορία που εξερευνά τον αντίκτυπο του Πολέμου (αλλά και τους μύθους που αναπτύσσονται γύρω απ’ αυτόν) στον ανθρώπινο ψυχισμό, απηχώντας ένα καίριο μήνυμα για τον σημερινό θεατή…

Laissez bronzer les cadavres   (Πανόραμα)

Η (ρουμάνικων καταβολών) παλαίμαχη (πάλαι ποτέ) βασίλισσα του indie/underground (και της πολυαγαπημένης Σοφίας των Κροκοδείλων) Ελίνα Λόουενσον, πρωταγωνιστεί στο ρετρό vintage/pastiche νεο-γουέστερν Αφήστε τα Πτώματα να Μαυρίσουν στον Ήλιο των Ελέν Κατέ και Μπρούνο Φορτσάνι, βασισμένο στην πρωτόλεια, επιδραστική, ομώνυμη νουβέλα του Ζαν-Πιέρ Μπαστίντ (γραμμένη στις αρχές των seventies). To δίδυμο των βέλγων δημιουργών, έχοντας προσελκύσει το ενδιαφέρον και την καλτ αφοσίωση μεγάλης μερίδας θεατών με τις προηγούμενες δουλειές του (το μακάβρια σαγηνευτικό Amer και το σκοτεινό, λαβυρινθώδες The Strange Color of Your Body’s Tears), επιστρέφει με ένα άκρως στιλιστικό, ντελιριακό κινηματογραφικό εγχείρημα (σχεδόν άσκηση ύφους), εντυπωσιακά επιθετικό και βέβηλο όσο και (οριακά μα) γοητευτικά ασυνάρτητο, το οποίο – δίχως να καινοτομεί ή να μετασχηματίζει το είδος – υπόσχεται να μην αφήσει κανέναν αδιάφορο.

(Βαθιά) πολιτικοποιημένος, ταλαντούχος και πολυμαθής, ο Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ (κορυφαίος εκπρόσωπος του neopolar αστυνομικού μυθιστορήματος, που πέθανε μόλις στα 53 του) συνεργάζεται εδώ με τον Μπαστίντ στο συγγραφικό ντεμπούτο του τελευταίου, μπολιάζοντας ένα σκληροτράχηλο – σχεδόν χαοτικών αντιθέσεων – θρίλερ με την κοφτερή, δριμεία κοινωνική κριτική (το αριστούργημά του Μανσέτ Η πρηνής θέση του σκοπευτή υπήρξε πηγή έμπνευσης για το απογοητευτικό – δυστυχώς – The Gunman : Σε Θέση Βολής του Πιέρ Μορέλ, με πρωταγωνιστή τον Σων Πεν).

Καλοκαίρι, γαλαζοπράσινη θάλασσα, εκτυφλωτικός ήλιος. Ξεπεσμένος συγγραφέας σε αναζήτηση έμπνευσης (Μαρκ Μπαρμπέ) που ζει υπό την καταρρέουσα, μποέμικη μεγαλοπρέπειά του σε απομονωμένη κατοικία σε μια ρωμαλέα κορυφή με θέα την Μεσόγειο (τα γυρίσματα έγιναν στην Κορσική), περνάει τον καιρό του βυθισμένος σε ηδονική νάρκη, πλαισιωμένος από διάφορους παρατρεχάμενους, ανάμεσά τους και την περιστασιακή του μούσα (Λόουενσον).

Η παρακμιακή τους απομόνωση διακόπτεται από απρόσκλητους επισκέπτες – μέλη σπείρας, που επιλέγουν το παραδεισένιο τοπίο (άλλοτε σκηνικό οργίων και αχαλίνωτης διασκέδασης δίχως όρια) ως κατάλυμα-κρυψώνα για τα 250 κιλά χρυσού της λείας τους, μετατρέποντάς το σε πεδίο μάχης. Κόσμος και ντουνιάς καταφτάνει στα πλάνα και η σκηνοθεσία – απασφαλίζοντας – εξαπολύει (μέσα από μπαράζ στιλιστικών τρικ και τεχνασμάτων) ένα γαϊτανάκι φρενίτιδας στη διάρκεια ενός (και μόνου) ταραχώδους 24ωρου, μπροστά στο οποίο το πρόσφατο Φωτιά στις Κάνες μας του Μπεν Γουήτλι θυμίζει …παραδοσιακή σύναξη για τσάι στο κονάκι επαρχιακού εφημέριου.


Στακάτο, τριπαρισμένο και νευρώδες μοντάζ κι ένα τσουνάμι από αλλεπάλληλες, εκατέρωθεν προδοσίες ξεστρατίζουν γοργά τον θεατή που – ανήμπορος να ακολουθήσει – απλώς παραδίδεται στο δέλεαρ εικόνας και ήχου (το ευφάνταστο, extravagant σάουντρακ αποτελεί ερεθιστική εμπειρία), σε ένα medley όπου οι χαρακτήρες (με εξαίρεση την σαρδόνια Λόουενσον) θυμίζουν ρέπλικες και μεγάλο μέρος του βιτριολικού κοινωνικού σχολιασμού του Μανσέτ έχει αποβληθεί απ’ το σενάριο ενός φιλμ που παντρεύει το μεταμοντέρνο κιτς με την ιδιοτροπία μιας πολυσχιδούς προκλητικότητας…

Hochelaga, Terre des Âmes (Πανόραμα)

Η ιστορία δεν πεθαίνει ποτέ (κι η ιστορική μνήμη δεν σβήνει στιγμή από τα πλάνα) στο Hochelaga, Γη των Πνευμάτων του Φρανσουά Ζιράρ (Το Κόκκινο Βιολί), που αποτίνει φόρο τιμής στην 375η επέτειο των ιστορικών γενεθλίων του Μόντρεαλ (Mount Royal). Περισσότερο ενδιαφέρον ως ιστορική αναψηλάφηση παρά ως αυτόνομο δράμα, το φιλμ του γαλλο-καναδού δημιουργού διατρέχει στιγμές της ιστορίας του Καναδά με όχημα τα ευρήματα μιας μυθοπλαστικής αρχαιολογικής ανασκαφής μετά από κατολίσθηση σε ένα στάδιο (αποτέλεσμα μιας κατακλυσμιαίας καταιγίδας). Κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στους (παλαιότερους γνωστούς) αυτόχθονες κατοίκους της περιοχής, τους περίφημους Ιροκουά (ή Ιροκέζους), το εξαφανισμένο χωριό των οποίων δίνει και τον τίτλο στο έργο, ο Ζιράρ αποσκοπεί σε κάτι περισσότερο απ’ το να αναδείξει απλώς την σύγκρουση μεταξύ γηγενών και ευρωπαίων εισβολέων.

Ο τρόπος που προσεγγίζει το υλικό του, αποτελεί πρωτίστως εφαλτήριο για τους λάτρεις της ιστορικής διαλεκτικής και δευτερευόντως την βάση μιας κινηματογραφικής αφήγησης. Μετακινούμενο από το παρόν στο παρελθόν (και τούμπαλιν) με τρόπο που θυμίζει Ατόμ Εγκογιάν και με τα αφηγηματικά θραύσματα να συγκλίνουν αναπάντεχα, το σενάριο (πέρα από κάποιες λυρικές προεκτάσεις) θυμίζει περισσότερο επεισοδιακό κολάζ παρά ιστορική τοιχογραφία. Ένα (μεταφυσικού πέπλου) κέλευσμα στο φινάλε της ταινίας, λειτουργεί ως προσκλητήριο (υπό τη μορφή ενιαίου πλήθους) όλων των ιστορικών κατοίκων της περιοχής, τα πνεύματα των οποίων ζωντανεύουν μέσα απ’ τις φιγούρες σύγχρονων ποδοσφαιριστών που συγκρούονται αγωνιστικά πάνω απ’ τους τάφους τους…

Djam (Ειδικές προβολές και εκδηλώσεις)

Ο γεννημένος στην Αλγερία Τονί Γκατλίφ σμιλεύει με ξεχωριστή χάρη ντοκιμαντερίστικων αποχρώσεων δράματα, ριζωμένα στις βαθιές λαϊκές μουσικές παραδόσεις και στις περιθωριοποιημένες κοινωνικές ομάδες (κυρίως εμιγκρέδων) που τις κουβαλούν μέσα τους. Με το Djam, ο γάλλος δημιουργός επιχειρεί να αγγίξει την κουλτούρα του συναισθηματικά φορτισμένου είδους του ρεμπέτικου, που εξαπλώθηκε απ’ τα χαμηλά αστικά (και ημιαστικά) στρώματα των μικρασιατικών παραλίων της Ιωνίας και σημερινής Τουρκίας (μέσω των προσφυγικών κυμάτων που διέπλευσαν το Αιγαίο) μέχρι τις φτωχογειτονιές και τους τεκέδες του Πειραιά. Η πλοκή αντικατοπτρίζει βασικά θεματικά μοτίβα των συγκεκριμένων τραγουδιών όπως η ξενιτιά και η απώλεια, με κείνο τον μοναδικό τρόπο που τα καθιστά μια τόσο πλούσια και δυνατή ακουστική εμπειρία.

Το στυλ είναι αντιπροσωπευτικά… Γκατλιφικό, προσφέροντας ένα φρέσκο, συμπονετικό και αριστερόστροφο βλέμμα στα σημερινά οικονομικά δεινά και τις μεταναστευτικές αγωνίες του ευρωπαϊκού νότου. Η ομώνυμη ηρωίδα (Δάφνη Πατακιά) είναι ένα ελεύθερο πνεύμα, μια νεαρή Ελληνίδα που ζει στη Λέσβο με τον πατριό της τον… Κακούργο (Σιμόν Αμπκαριάν), έναν εστιάτορα που φλερτάρει με τη χρεοκοπία εν μέσω αδυσώπητης οικονομικής κρίσης. Ανήμπορος να εγκαταλείψει το μαγαζί που οι δικαστικοί επιμελητές κυκλώνουν σαν αρπαχτικά, στέλνει την Djam στην Πόλη να βρει ένα εξάρτημα-ανταλλακτικό για τον κινητήρα του (απαρχαιωμένου) σκάφους του.

Το ταξίδι περιλαμβάνει και μια… παράκαμψη-στάση στο παλιό σπίτι της μακαρίτισσας μητέρας της, για να μαζέψει μια αγαπημένη συλλογή από ρεμπέτικα δισκάκια. Στην Τουρκία, η ηρωίδα πέφτει πάνω σε σαλταρισμένη 19χρονη γαλλιδούλα (Μαρίν Καγιόν) της οποίας οι – καλών προθέσεων (αλλά αφελείς και κακοσχεδιασμένες) – απόπειρες να βοηθήσει τους πρόσφυγες στα σύνορα με τη Συρία, έχουν αποτύχει οικτρά (με… τραγικές συνέπειες ακόμη και για την ίδια). Το κοριτσίστικο δίδυμο θα συνθέσει το παράταιρο ντουέτο ενός λαμπερού όσο και συναρπαστικού road movie, γεμάτου απρόοπτες παρεκκλίσεις, τυχαία συναπαντήματα και μουσικά διαλείμματα.

Η διαδρομή που ακολουθούν (στην προσπάθειά τους να επιστρέψουν στην Ελλάδα) είναι ίδια με κείνη των προσφύγων που – χωρίς να εμφανίζονται στο φιλμ – στοιχειώνουν την αφήγηση, πότε μέσα απ’ τα γκράφιτι των τοίχων σε μεθοριακούς σιδηροδρομικούς σταθμούς και πότε μέσα απ’ τα στοιβαγμένα σωσίβια στις ερημικές παραλίες. Μέχρι εκεί όμως με τον ρεαλισμό : οι ηρωίδες του Γκατλίφ (όπως συμβαίνει συνήθως) θα αφεθούν σύντομα στον ποιητικό τους οίστρο.

Το κρυφό του όπλο, ωστόσο (όπως μαρτυρούν οι πληροφορίες απ’ τις Κάννες και τα άλλα φεστιβάλ που το φιλμ έχει προβληθεί), είναι η (μεγαλωμένη στο Βέλγιο και απόφοιτη του Εθνικού Θεάτρου) πρωταγωνίστριά του η οποία μαγνητίζει το φακό με το belly dance και τον μπαγλαμά της, συνδυάζοντας το χαρισματικό physique ροκ σταρ με την ηλεκτρισμένη γλώσσα του σώματος… που μαρτυρούν πως γεννήθηκε γι’ αυτό τον ρόλο. Ένα γενναιόδωρο φιλμ που πιστοποιεί πως η ζωή είναι ένα ατέλειωτο (μουσικό) ταξίδι!

Barbara  (Ειδικές προβολές και εκδηλώσεις)

Ιδιόρρυθμα δραματοποιημένο biopic, φόρος τιμής σε μια από τις πιο ασυνήθιστες και χαρισματικές γαλλικές φωνές του ’60. Η Ζαν Μπαλιμπάρ καθοδηγείται σκηνοθετικά και συνεπικουρείται ερμηνευτικά από τον Ματιέ Αμαλρίκ, σε ένα φιλμ μέσα σε άλλο φιλμ – σαν ερπετό που σιγοτρώει τα ίδια του τα σωθικά – καθώς ένας σκηνοθέτης και μια τραγουδίστρια-ηθοποιός πασχίζουν να γυρίσουν ένα φιλμ για την Barbara (πραγματικό όνομα Monique Serf) και το αποτέλεσμα μοιάζει (περισσότερο) προορισμένο για ένα hardcore γαλλικό κοινό και για το φεστιβαλικό circuit.

Δεν παύει, εν τούτοις, να ασκεί μια απροσδιόριστη σαγήνη, χάρη στην Μπαλιμπάρ αλλά και την αληθινή Barbara (πέθανε το 1997), μέσω των βιντεοκλίπ και των τραγουδιών της. Εμφανής η απουσία πλοκής για ένα φιλμ που περιπλανιέται σε παριζιάνικες γέφυρες και δρόμους, σε επαρχιακές πόλεις και στα σετ κινηματογραφικών γυρισμάτων, δίχως να σκοτίζεται για χαρακτηρολογική ή δραματουργική ανάπτυξη.

Ο παλμός κι η ατμόσφαιρα θυμίζουν το παρόμοια σπασμωδικό, ασύνδετο μα και παράξενα γοητευτικό On Tour (το φιλμ που ο Αμαλρίκ είχε κάνει πριν το – πιο mainstream – Μπλε Δωμάτιο). Παρόλα αυτά, υπάρχει κάτι αξιοθαύμαστα έντιμο στον τρόπο που ο τελευταίος συνθέτει οπτικά το υλικό του και το οποίο οδηγεί σε ένα μετα-αίσθημα του κινηματογραφικού βιώματος που δημιουργείται κυρίως μέσα απ’ τα «περάσματα» της αληθινής Barbara (σε κάποιο σημείο, μάλιστα, τραγουδάει «ντουέτο» με την Μπαλιμπάρ), πετυχαίνοντας έτσι κάτι που ελάχιστα μουσικά biopic κατορθώνουν : υμνεί το υποκείμενο της αφήγησης, αφήνοντας (στην κυριολεξία) το ίδιο το έργο να μιλήσει γι’ αυτό. Η Μπαλιμπάρ δίνει ρεσιτάλ όχι τόσο φωνητικά αλλά κυρίως μιμούμενη αποτελεσματικά την ιδιότυπη, αέρινη σκηνική παρουσία της (εντυπωσιακής) Barbara που συγκάλυπτε έναν τρομερά εύθραυστο, ευάλωτο ψυχισμό – κατάλοιπο μιας παιδικής ηλικίας που ξοδεύτηκε με το να κρύβεται (διαρκώς) απ’ τους Ναζί αλλά και την κακομεταχείριση που αργότερα υπέστη από τον ίδιο της τον πατέρα…

Falbalas (Μόδα και Κινηματογράφος)

Με δύο αξιόλογα crime dramas μέχρι εκείνη τη στιγμή στο παλμαρέ του, ο Ζακ Μπεκέρ πραγματοποιεί ανέλπιστη στροφή με την τρίτη του ταινία, καταδυόμενος στα χλιδάτα σαλόνια του παριζιάνικου haute couture (και σε έναν κόσμο που ο ίδιος δεν ένιωθε οικείο. Ο βιωματικός του χώρος ήταν ο προλεταριακός, εξ ου και οι ταινίες του αποτέλεσαν πρόδρομο για το κοινωνικό ρεαλιστικό δράμα του ’50). Το Φραμπαλάδες / Ποτέ μου Δεν Σ’ αγάπησα (1945) θα μπορούσε (άνετα) να είναι άλλο ένα τυπικό μελόδραμα, όμως η γοητεία του σκηνοθέτη για τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης (ιδίως την έμφυτη ροπή της τελευταίας στην πλάνη και την αυτοκαταστροφή) τον οδηγούν σε ένα πολύ πιο ενδιαφέρον και άβολο φιλμ που στροβιλίζεται γύρω από τις οδυνηρές συνέπειες της ερωτικής παραφροσύνης. Τολμηρό φιλμ που δεν έτυχε καλής υποδοχής από κοινό και κριτική στην εποχή του, ωστόσο σήμερα θεωρείται ορόσημο στο γαλλικό σινεμά, καθώς σηματοδοτεί την μετάβαση από τον ποιητικό ρεαλισμό του ’30 στον πιο τραχύ ρεαλισμό της μεταπολεμικής περιόδου.

O Ρεϊμόν Ρουλώ παραδίδει την ερμηνεία της ζωής του σε ρόλο (φαινομενικά) άκαρδου μόδιστρου που αναποδογυρίζει ο κόσμος του όταν μαγεύεται κυριολεκτικά από την απαστράπτουσα Μισελίν Πρελ (τι πλάσμα! Και ποιος δεν την θαύμασε πλάι στον Ζεράρ Φιλίπ, στο Le diable au corps του Κλωντ Ωτάν-Λαρά). Ένα κινηματογραφικό ζεύγος που πλημμυρίζει από το πρώτο μέχρι το τελευταίο πλάνο την Οθόνη με ανυπέρβλητη λάμψη.

Η στιλπνή φωτογραφία και το αιχμηρό μοντάζ παραπέμπουν περισσότερο σε νουάρ παρά σε μελόδραμα – ιδίως ο σκοτεινός λυρισμός των τελευταίων σκηνών που αποτυπώνει αριστοτεχνικά την κάθοδο του ήρωα στην τρέλα. Ένα στρεβλό παραμύθι δοσμένο με περίτεχνο στυλ και υποβλητικότητα (οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες μοιάζουν εγκλωβισμένοι σε μια βασανιστική πραγματικότητα, καθώς αναζητούν το ανέφικτο ιδεώδες), που κάνει έκδηλη μια πιο ανθρώπινη και ποιητική πλευρά του δημιουργού (σε σχέση με κείνη του μεταγενέστερου έργου του) και δικαιολογεί το γιατί το συγκεκριμένο φιλμ θεωρείται ένα από τα καλύτερά του…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • Cinedogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Η κορυφαία ερμηνευτική στιγμή του αγαπημένου Χοακίν Φίνιξ μέχρι σήμερα;
  • FB Cinedogs

  • Latest Posts