Supernova

Σκηνοθεσία: Χάρι ΜακΚουίν

Παιζουν: Στάνλεϊ Τούτσι, Κόλιν Φερθ

Διάρκεια: 95’

Ο Σαμ και ο Τάσκερ είναι ζευγάρι για μία εικοσαετία. Αμφότεροι καλλιτέχνες, ευτυχισμένοι και ερωτευμένοι, απαλλαγμένοι από οικονομικά άγχη και αδιέξοδα, κινούν για ένα οδικό ταξίδι στη βρετανική ύπαιθρο. Ο Τάσκερ όμως έχει διαγνωστεί με μία μορφή επιθετικής άνοιας και έτσι αυτή η διαδρομή από την οποία παρελαύνουν φίλοι και συγγενείς μοιάζει σταδιακά περισσότερο με κατευόδιο αποχαιρετισμού παρά με διακοπές χαλάρωσης.

Ο δημιουργός της ταινίας Χάρι ΜακKουίν φιλοτεχνεί ένα road movie που ξεναγεί το κοινό σε υπέροχα τοπία που απλώνουν τη σαγήνη τους κάτω από έναστρους ουρανούς, μακριά από τη βοή του πνιγηρού αστικού τοπίου. Εξασφαλίζει έτσι στους δύο βασικούς χαρακτήρες τον αναγκαίο χώρο και χρόνο να αναπτύξουν τις αντιπαραθέσεις τους με τρόπο που είναι ακόλουθος προς τον τόνο της ταινίας. Το διακύβευμα του road trip του ζευγαριού δεν είναι απλώς η αποδοχή μίας αναπόδραστης πορείας προς τον θάνατο του Τάσκερ, όσο οι όροι που αυτή θα επέλθει. Ο ασθενής Τάσκερ επιδεικνύει ζηλευτή γενναιότητα απέναντι στην άνοια που εκφυλίζει τη νοητική του λειτουργία, προτιμώντας να αποδημήσει προτού απολέσει την αίσθηση του εαυτού του. Η στάση του αυτή όμως έρχεται σε σύγκρουση με την αγάπη του Σαμ που προστάζει ότι κάθε στιγμή με τον άνθρωπο που αγαπάς είναι ιερή και διαθέτει απεριόριστη αυταξία, όσο και αν η άνοια την διαβρώνει.

Ο ΜακΚουίν κινηματογραφεί διακριτικά, σε βαθμό που κάποιος θα μπορούσε να του χρεώσει την απομείωση της συναισθηματικής έντασης του φιλμικού του κειμένου. Ωστόσο, είναι αυτή η διακριτικότητα που του επιτρέπει να αποσπάσει ο, τι του χρειάζεται από το μελό που γεννά φυσικά η ιστορία που αφηγείται και να εμφυσήσει στο έργο του μία αίσθηση σεβασμού απέναντι στους χαρακτήρες. Οι γωνίες του είναι σαφώς στρογγυλεμένες, καθώς κυριαρχεί η αίσθηση ότι παραλείφθηκαν πολλές δύσκολες στιγμές για το ερωτευμένο ζευγάρι από την εξιστόρηση, όμως το «Supernova» διαθέτει αυθεντικό λυρισμό, τέτοιο που σε προσκαλεί να συγχωρέσεις επιμέρους εγνωσμένες ευκολίες. Βέβαια, το φινάλε μοιάζει αναμφίβολα βεβιασμένο, αλλά η συνολική εικόνα είναι πολλά υποσχόμενη για έναν δημιουργό που διανύει μόλις την τέταρτη δεκαετία της ζωής του και αυτή είναι η δεύτερη ταινία που υπογράφει, τόσο ως σκηνοθέτης όσο και ως σεναριογράφος.

Η ευαισθησία του Βρετανού εμφαίνεται από την άρνηση του να βαπτίσει ως ορθή ή αξιοπρεπή τη μία θέση έναντι της άλλης, όσον αφορά την αντιμετώπιση της άνοιας: σέβεται την επιθυμία του Τάσκερ να ζήσει με τους όρους που επιθυμεί για όσο διάστημα είναι αυτό εφικτό και παράλληλα κατανοεί την αδυναμία του Σαμ να αποδεχθεί ότι ο άνθρωπος που αγαπά και με τον οποίο δένεται άρρηκτα αρνείται να εξαντλήσει τα περιθώρια της παραμονής του στη ζωή. Παρότι δεν ωθεί τις συγκρούσεις του σε ακραίες εντάσεις (η διακριτικότητα του εμφανίζεται και στη χαρακτηρολογία), ως ψυχογράφημά το «Supernova» παραμένει πάντα πολυσχιδές και γοητευτικό.

Κεντρικός άξονας αυτού του χαμηλόφωνου φιλμ δε θα μπορούσε να είναι άλλος από τους δύο σπουδαίους ηθοποιούς που ενσαρκώνουν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Ο Στάνλεϊ Τούτσι ως Τάσκερ αποδεικνύει έτι μία φορά το πόσο σπουδαίο κεφάλαιο για το σύγχρονο αγγλόφωνο σινεμά συνιστά, ενώ η χημεία που σχηματίζει με τον συνηθέστερα εμφανιζόμενο ως πρωταγωνιστή Κόλιν Φερθ θέτει σε τεταμένη λειτουργία τους δακρυϊκούς αδένες των θεατών. Αμφότεροι αξιοποιούν την ελευθερία κίνησης που προδήλως διαθέτουν εντός του φιλμ, εμπλουτίζοντας τους χαρακτήρες τους με ανεπαίσθητα μοτίβα και επενδύοντας στις σιωπές και τα πικραμένα βλέμματα. Παράγουν έτσι ένα αποτέλεσμα αντάξιο των προσδοκιών που γεννά η συνύπαρξή τους στην οθόνη.

Συνολικά, η ευαίσθητη δημιουργία του ΜακΚουίν συγκινεί χωρίς να χαράσσει κάποιο νέο μονοπάτι στο είδος της. Διαθέτει επαρκή λυρισμό, κατάλληλο τέμπο και σωστές παύσεις, κατορθώνοντας να συναρπάσει το νου των θεατών δίχως να καταφύγει σε τεχνάσματα της πλοκής. Κατά βάση, είναι μία συναισθηματική ανάγνωση μίας ανθρώπινης κατάστασης που κανείς δεν έχει βρει τον τρόπο να αντιμετωπίσει. Μία ερωτική ιστορία στην οποία η αγάπη δε συνιστά σωσίβια λέμβο για το αναπότρεπτο ναυάγιο, αλλά την ομορφότερη δυνατή αξιοποίηση των στιγμών που δύο άνθρωποι μοιράζονται, ακόμα και όταν οι συνθήκες καθίστανται θλιβερά δυσμενείς, με την κλεψύδρα έτοιμη να αφήσει τους τελευταίους κόκκους της να γλιστρήσουν στην άλλη άκρη της.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑