Reviews The Conversation (1974)

30 Ιανουαρίου 2024 |

0

The Conversation (1974)

Σκηνοθεσία: Φράνσις Φορντ Κόπολα

Παίζουν: Τζιν Χάκμαν, Τζον Καζάλ, Σίντι Γουίλιαμς

Διάρκεια: 113’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Η συνομιλία»

Μια ηλιόλουστη Κυριακή, στο κέντρο του Σαν Φρανσίσκο. Η Union Square έχει φορέσει τα γιορτινά της και ξεχειλίζει από ζωή. Ένα μακρινό εμβατήριο σύντομα μεταμορφώνεται σε τζαζ αυτοσχεδιασμό, που καταλήγει με τη σειρά του σε ξεθωριασμένα χειροκροτήματα. Ένας μακιγιαρισμένος μίμος τρέχει πέρα-δώθε στην πλατεία και μιμείται κάθε περαστικό που συναντά. Ξάφνου, κάποιες παρεμβολές στον ήχο, σαν παράσιτα, εισβάλλουν στο κάδρο και δημιουργούν μια πρώτη ακαθόριστη ανησυχία.

Γρήγορα γίνεται φανερό πως η κάμερα αιωρείται πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων με σκοπό να τους ελέγξει και όχι να τους προστατεύσει. Αμέσως μετά, ο φακός φιξάρει σε μια ανδρική φιγούρα με καπαρντίνα και γυαλιά, που φορά ακουστικό, κουβαλάει μια σακούλα, προσπερνά ευγενικά τον μίμο και απομακρύνεται βιαστικά από την πλατεία. Το βλέμμα του φακού τον ακολουθεί καθώς χάνεται εκτός κάδρου.

Η αρχική εντύπωση, λοιπόν, δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση, μιας και η εικόνα που είδαμε (ή νομίσαμε ότι είδαμε) κρύβει, το δίχως άλλο, πολλά αφανέρωτα μυστικά. Προτού ακόμη αποχωρήσουν από την οθόνη οι τίτλοι έναρξης, ο Φράνσις Φορντ Κόπολα μάς έχει δώσει όλο το ζουμί. Καλώς ήρθατε σε έναν κόσμο όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, όπου ένα άγρυπνο μάτι παρακολουθεί λαίμαργα τους πάντες και τα πάντα.

Το The Conversation, που γυρίστηκε στο ενδιάμεσο των δύο πρώτων Νονών, βασίζεται σε μια σεναριακή ιδέα που τριβέλιζε στο μυαλό του Κόπολα από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, με τη χρονική συγκυρία να αποδεικνύεται εντέλει αδιανόητα ευνοϊκή. Το σκάνδαλο Watergate ήδη από την προηγούμενη χρονιά (σημ: η διάρρηξη στο ξενοδοχείο Watergate συνέβη στις 17 Ιουνίου 1972, αλλά το 1973 ήταν που οι αποκαλύψεις άρχισαν να σφίγγουν τη θηλιά γύρω από τον Νίξον, ο οποίος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση τον Αύγουστο του 1974, περίπου 4 μήνες αφότου κυκλοφόρησε το The Conversation στις αίθουσες) συνταράσσει την αμερικανική κοινή γνώμη, η οποία έχει πλέον πάψει να θεωρεί την ιδιωτική της σφαίρα απαραβίαστη. Και αντιμετωπίζει πλέον το πιο στιβαρό της σύμβολο, τον Πρόεδρο της χώρας, σαν έναν Μεγάλο Αδελφό που έχει τη δυνατότητα, αλλά και την επιθυμία, να παραβιάσει ιερά και όσια για να εξυπηρετήσει σκοτεινούς και ιδιοτελείς σκοπούς.

Ας επιστρέψουμε, όμως, σε εκείνη τη σκιώδη φιγούρα που ξεπροβάλλει από το πουθενά και επιστρέφει στο πουθενά στην πρώτη σκηνή. Ο μαγευτικός Τζιν Χάκμαν (σε έναν ρόλο που αρχικά προοριζόταν για τον Μάρλον Μπράντο) υποδύεται τον Harry Caul, έναν επαγγελματία ωτακουστή, έναν αόρατο διαρρήκτη που εισβάλλει, χωρίς ποτέ να γίνεται αντιληπτός, στις ζωές των άλλων. Ο Caul από την πρώτη κιόλας στιγμή μοιάζει να έχει ανοσία από το μικρόβιο της ανθρώπινης επικοινωνίας, δείχνοντας απρόσβλητος από κάθε είδους αισθήματα.

Ένας υποδειγματικά κουρδισμένος sociopath, που επενδύει όλο του το είναι στη μυσταγωγία της εργασίας, περιβάλλοντάς την με θρησκευτική ευλάβεια. Η καταγραφή, ο συγχρονισμός, το καθάρισμα από τις εξωγενείς παρεμβολές, το ηχητικό ντοκουμέντο, ένα αληθινό τελετουργικό, γεμάτο από την ιδεοληψία της λεπτομέρειας. Ακούγοντας μονάχα όσα ακούει ο Caul, στήνουμε αυτί για να αφουγκραστούμε ό,τι υπάρχει από πίσω, κάπου μακριά, στο βάθος. Και προσπαθώντας να ενώσουμε τα κομμάτια του παζλ, πονηρευόμαστε όλο και περισσότερο: όπως ακριβώς υπάρχει η «μεγάλη εικόνα», που ξεφεύγει από όσα βλέπουμε αρχικά, κάπου εκεί έξω υπάρχει και μια άηχη κραυγή, που έχει παγιδευτεί ανάμεσα στις λέξεις, τα λόγια, τον θόρυβο και τη σιωπή.

Σε ευθεία αναλογία με τις μεγεθυμένες φωτογραφίες στο Blow Up (1966) του Μικελάντζελο Αντονιόνι, που αποκαλύπτουν αυτό που ξεφεύγει από το κοινό μάτι, έτσι κι ο Caul θα εξαντλήσει τη μαστοριά του για να ξετρυπώσει αυτό που διαφεύγει από το 99,99% της ανθρώπινης ακοής. Μέσα σε μια αγχωτική και απειλητική βουβαμάρα, που διακόπτεται μονάχα από το πάτημα κουμπιών, τα μασαρίσματα, τα μπρος-πίσω της κασέτας, τους ψίθυρους κι ό,τι άλλο μπορεί να βρει κανείς στη μυστική γλώσσα του ήχου, ο Caul ανακαλύπτει σταδιακά τον φόβο, τον πανικό, το κακό που καιροφυλακτεί.

Ο Caul πασχίζει κατά βάθος να ενταχθεί στο μεγάλο παιχνίδι της ζωής και των ανθρώπων (έξοχη η σκηνή με τη γενέθλια έκπληξη και το αμήχανο φλερτ από τη σπιτονοικοκυρά) και να ξεφύγει από την ισοπεδωτική μοναξιά. Κι ενώ παραβιάζει συστηματικά και ανερυθρίαστα την ιδιωτικότητα των ανθρώπων, γρυλίζει σαν στριμωγμένο αγρίμι όταν βρεθεί στη θέση του κυνηγημένου. Ορμώμενος από τύψεις για ένα παλιότερο περιστατικό, όπου η καθυστερημένη αντίδρασή του πυροδότησε μια τραγωδία, ορθώνει ανάστημα σε έναν πανίσχυρο εχθρό με τον οποίο ανταλλάσσουν ακούσματα αντί για ματιές. Σταδιακά, το The Conversation ξεφεύγει από το στενό καλούπι του πολιτικού θρίλερ και μεταμορφώνεται σε έναν ατελείωτο καφκικό εφιάλτη, που φέρνει στο φως τους πιο μύχιους ανθρώπινους φόβους. Με τελικό προορισμό ένα φινάλε σπάνιας μεγαλοπρέπειας και θριαμβευτικής ήττας, με φόντο ένα πένθιμο ρέκβιεμ που θα ακούγεται για πάντα, σαν μακρινός αντίλαλος που δε λέει να σβήσει.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑