Reviews Night Moves

30 Ιανουαρίου 2019 |

0

Night Moves

Σκηνοθεσία: Άρθουρ Πεν

Με τους: Τζην Χάκμαν, Τζένιφερ Γουώρεν, Τζέιμς Γουντς, Σούζαν Κλαρκ, Μέλανι Γκρίφιθ, Χάρις Γιούλιν

Μεταφρασμένος τίτλος: «Επτά αινίγματα για τον ντετέκτιβ Χάρι»

Διάρκεια: 100’

Χρονιά : 1975

Γυρισμένο εκεί στα τέλη της πιο δημιουργικής περιόδου του σκηνοθέτη (που ξεκίνησε το ’67 με το Μπόνι και Κλάιντ), το Νight Moves αποσυμπιέζει στην Μεγάλη Οθόνη την απογοήτευση και την εξουθένωση μιας χτυπημένης απ’ τις ιλιγγιώδεις αποκαλύψεις του σκανδάλου Γουώτεργκεϊτ αμερικάνικης κοινωνίας. Ύφος πεσιμιστικό, ίντριγκα γεωμετρικά απλή αλλά επιμελώς σκοτεινή και σκοπίμως αποσιωπημένη, σενάριο έξοχο (και εξόχως κατακερματισμένο) του Άλαν Σαρπ, ταινία-κλειδί των ‘70s. Ο ήρωας, ο προβληματικός ιδιωτικός ερευνητής Χάρι Μόσμπυ (Τζην Χάκμαν), σπαράσσεται από το μέσα του.

Αναλαμβάνει να ανακαλύψει μια εξαφανισμένη έφηβη (την άγουρη, αλλά αρκούντως κολάσιμη, Μέλανι Γκρίφιθ στο ντεμπούτο της – θα ακολουθήσει λίγο αργότερα, μέσα στην ίδια χρονιά, και το The Drowning Pool δίπλα σε Νιούμαν και Γούντγουωρντ), την ίδια στιγμή που ο γάμος του περνά κρίση, η γυναίκα του (Σούζαν Κλαρκ) τον απατά και ο ίδιος βασανίζεται απ’ το «φάντασμα» ενός πατέρα που δεν …τόλμησε να γνωρίσει ποτέ. Η σκηνοθεσία του Πεν μετακινείται ευφυώς από τα εξωτερικά συμβάντα (την αστυνομική ίντριγκα) στις διεργασίες που συντελούνται εντός του ήρωα και αντίστροφα, και τερματίζει το φιλμ ακριβώς τη στιγμή που ο τελευταίος αντιλαμβάνεται επιτέλους τι έχει συμβεί, ωστόσο δεν μπορεί πλέον να κάνει τίποτα γι’ αυτό.

Τo Night Moves είναι ένα φιλμ για τις διαρκείς εναλλαγές του Είναι και του Φαίνεσθαι. Ακόμα κι ο ίδιος του ο τίτλος συνιστά μια υπεκφυγή: «Knight Moves» θα έπρεπε να λέγεται – ο ήρωας, λάτρης του σκακιού, δείχνει στην (εντυπωσιακή και αποπνέουσα έναν «πρωτόγονο» ερωτισμό) Τζένιφερ Γουώρεν τρεις μικρές «κινήσεις» που καθόρισαν τη μοίρα ενός σπουδαίου γκραν μάστερ σε μια ιστορική αναμέτρηση. O τελευταίος δεν κατόρθωσε να τις προβλέψει. Η αληθινή φύση του ήρωα αποκαλύπτεται όταν ομολογεί πως νιώθει τύψεις για αυτή την ήττα σαν να έπαιξε εκείνος, παρόλο που δεν είχε καν γεννηθεί όταν συνέβη το γεγονός. Η γυναίκα γραπώνεται απ’ αυτή την ιδιόμορφη, ενοχική (και συνάμα ρομαντική) του θλίψη και τον ρωτάει: «Where were you when Kennedy got shot?». «Which Kennedy?». «Any Kennedy». Οι αιχμηροί διάλογοι δίνουν και παίρνουν: όπως εκείνο το «Harry thinks if you call him Harry again he’s gonna make you eat that cat» ή το ανεπανάληπτο «I saw a Rohmer film once. It was kind of like watching paint dry»!

Η τελευταία ατάκα δεν είναι απλά κυνική. Ο ήρωας μισεί την ενδοσκόπηση, ακόμη και στο σινεμά. Παραδέχεται πως δεν έχει ούτε το …στάνταρ «μάτι» σχεδιασμένο στην επαγγελματική του κάρτα. Αντιμετωπίζει τα προσωπικά προβλήματα και τις υποθέσεις του ως ποδοσφαιριστής (που ήταν κάποτε), οδεύοντας καταπάνω στον στόχο … αντί να κοιτάζει προς τα μέσα του, προς τον εαυτό του. Οι εξαθλιωμένοι – μα υπογείως ευπρεπείς – ντετέκτιβ του σελιλόιντ βρίσκονταν πάντα στην διάθεση του κινηματογραφικού είδους που υπηρετούσαν. Ποτέ σου δεν σκοτίστηκες για την ψυχική υγεία του Μάρλοου – σκοτίζεσαι, αντίθετα, για εκείνη του Μόσμπυ. Γιατί ο τελευταίος είναι πολύ πιο ενδιαφέρων και περίπλοκος απ’ το μυστήριο που προσπαθεί να διαλευκάνει. Ο αντιηρωικός Μόσμπυ οδηγείται σε μια «αλεπότρυπα», μόνο και μόνο για να καταρρεύσει η τελευταία στο κεφάλι του.

Ο θεατής δεν διαθέτει περισσότερη σιγουριά (ή πληρέστερη αίσθηση μιας υποκειμενικής βεβαιότητας) πάνω στα πράγματα, απ’ όση ο χαρακτήρας του Χάκμαν. Η αντίληψη του τελευταίου για όσα διαδραματίζονται είναι εξίσου ασαφής με του θεατή που τον παρακολουθεί. παρακολουθεί. Ο Πεν κι ο Σαρπ καταδύονται βαθιά στον χαρακτήρα του πρωταγωνιστή ανακαλύπτοντας εκεί πικρία, κενό και μια – γνώριμη στο σινεμά του Πεν – (σχεδόν καταναγκαστική) εμμονή σε μια διαδρομή που οδηγεί όχι σε λύτρωση, αλλά σε καταδίκη.

Κάθε τι με το οποίο ερχόμαστε αντιμέτωποι, μοιάζει να αποφέρει στο τέλος και ένα κέρδος. Είτε πρόκειται για το κέρδος της αποτίμησης μιας απώλειας, είτε για κείνο της γνώσης μιας βιωμένης εμπειρίας. Στην περίπτωση του Μόσμπυ αυτό το κέρδος δείχνει στραγγισμένο εκ προοιμίου, αφού ο ίδιος είναι – ευθύς εξαρχής – συναισθηματικά νεκρός. Οι αντανακλάσεις των κατόπτρων στα παράθυρα του σπιτιού του μαρτυρούν τον προσωπικό και οικογενειακό κατακερματισμό. Οι λάμψεις του υδροπλάνου στην (εντυπωσιακή και αριστοτεχνική) τελική σεκάνς που σχεδόν τον τυφλώνουν, δείχνουν πόσο ακατάλληλος υπήρξε για την υπόθεση που ανέλαβε. Ίσως το πιο υποτιμημένο φιλμ του Πεν. Και σίγουρα το δεύτερο πιο μελαγχολικό (μετά την Καταδίωξη) της καριέρας του.

Ο ντετέκτιβ Μόσμπυ του Χάκμαν συγκρούεται αυτοκαταστροφικά με την αναποτελεσματικότητά του, σε έναν κόσμο που δεν προσφέρει κανένα ασφαλές λιμάνι για την προσωπική του αγωνία και σύγχυση. Η ανικανότητά του να διαχειριστεί τα δικά του προβλήματα, να ανακαλύψει τη δική του ταυτότητα, οδηγεί – μοιραία – στην αδυναμία να αντιληφθεί πως το ζήτημα – η υπόθεση την οποία προσλήφθηκε να εξιχνιάσει – στην πραγματικότητα καθόλου δεν τον αφορά. Το μυστήριο ξεδιπλώνεται ευθέως ανάλογα προς την κλιμάκωση της εσωτερικής (και μοραλιστικής) σύγκρουσης του πρωταγωνιστή και το φιλμ ολοκληρώνεται μέσα σε έναν ίλιγγο: ο τραυματισμένος Μόσμπυ κάνει κύκλους στο νερό μέσα σε ένα ακυβέρνητο σκάφος, χαμένος εντελώς στη θάλασσα.

Καλές ερμηνείες, σίγουροι βηματισμοί και συνεπής ρυθμός, η δράση «χωνεμένη» ιδανικά μέσα στην εξέλιξη της ιστορίας, άνομο σεξ, ενδιαφέροντες «κακοί» (ξεχωρίζει ένας… ανισόρροπος Τζέιμς Γουντς), όμορφα σκηνικά και ατμοσφαιρικά νυχτερινά σε κοντράστ με τα ηλιόλουστα νησιά Keys της Φλόριντα. Γιατί, λοιπόν, το κοινό έμεινε μακριά απ’ αυτό το φιλμ; Γιατί, ακόμα και σήμερα, παραμένει ένα παραγνωρισμένο κινηματογραφικό διαμαντάκι; Η απάντηση κρύβεται κάτω απ’ την στιλπνή του επιφάνεια, στα τρίσβαθα του στραπατσαρισμένου ψυχισμού του χαρακτήρα του Χάκμαν.

Εν έτει 1975, η πλειοψηφία του κοινού προτιμούσε ακόμα ήρωες σαν εκείνους με τους οποίους μεγάλωσε – τα στωικά αρσενικά που κατατρόπωναν τις σκοτεινές δυνάμεις που τα περιστοίχιζαν και τιμωρούσαν κάθε μορφή προδοσίας. Όπως ο Μάρλοου του Έλιοτ Γκουλντ στο The Long Goodbye (1973) του Άλτμαν, άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα που δεν συγκίνησε τα ταμεία, έτσι κι ο Μόσμπυ του Χάκμαν αποτίει φόρο τιμής στους σκληροτράχηλους ήρωες του κλασικού νουάρ και συγχρόνως τους αποκηρύσσει.

Πεν και Σαρπ δεν ενδιαφέρονται να ανανεώσουν το είδος, προσαρμόζοντας τη φιγούρα του παραδοσιακού ντετέκτιβ στο σύγχρονο Λος Άντζελες. Αντιθέτως, μετατρέπουν τον «γκρίζο», αμφίσημο – μα τελικά θριαμβευτή – αρχετυπικό ήρωα σε κάτι πολύ πιο αναγνωρίσιμο : σε ένα ευάλωτο ανθρώπινο ον, τις αδυναμίες του οποίου τολμούν να μοστράρουν στο φακό. Κι αυτό μάλλον δεν άρεσε στους θεατές. Εδώ που τα λέμε, ποιος θα μπορούσε να φανταστεί τον Σαμ Σπέιντ ή τον Μάρλοου σε ρόλο συζύγου, που ανακαλύπτει τη γυναίκα του στο κρεβάτι κάποιου άλλου;




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Το "Pet Sematary" βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες, ευκαιρία λοιπόν να μάθουμε την άποψή σας. Ποια είναι η αγαπημένη σας κινηματογραφική μεταφορά έργου του Στίβεν Κινγκ;
  • FB Cinedogs

  • Latest