Reviews Network

12 Σεπτεμβρίου 2017 |

0

Network

Σκηνοθεσία: Σίντνεϊ Λιούμετ

Παίζουν: Πίτερ Φιντς, Φέι Ντάναγουεϊ, Γουίλιαμ Χόλντεν

Διάρκεια: 121′

Έτος παραγωγής: 1976

Η τηλεόραση σήμερα κερδίζει έδαφος, ειδικά στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ορθώνεται σαν αντίπαλο δέος του κινηματογράφου και φιλοξενεί ολοένα και περισσότερες παραγωγές υψηλού κόστους και καλλιτεχνικού οράματος. Παραγωγές που μερικές φορές θα ζήλευε ο αμερικανικός mainstream κινηματογράφος, που δείχνει να περιορίζεται σε ταινίες βασισμένες σε πραγματικές ιστορίες και σε κουρασμένες υπερηρωικές παραγωγές. Με άλλα λόγια, στη μητρόπολη του κινηματογράφου, η μυθοπλασία τείνει να γίνει υπόθεση λιγότερων ιντσών.

Δίχως να αμφισβητεί κανείς τα σύγχρονα καλλιτεχνικά επιτεύγματα της τηλεόρασης, δε μπορεί παρά να αναρωτηθεί αν αυτή η μετατόπιση ενέχει κινδύνους. Η θέση της τηλεόρασης στην ατζέντα της προπαγάνδας υπήρξε πάντοτε περίοπτη. Από όλα τα μέσα μαζικής καταστροφής άλλωστε, η τηλεόραση ίσως και να είναι το ισχυρότερο. Αυτό ισχυρίζεται τουλάχιστον ο Σίντνεϊ Λιούμετ (και ο Πάντι Τσαγιέφσκι ως σεναριογράφος) στο θρυλικό πια «Δίκτυο», που παρουσίασε με κρυστάλλινη ματιά μια στυγνή και απάνθρωπη αλήθεια.

Το ισχυρότερο εμπόρευμα της τηλεόρασης είναι ο άνθρωπος και η μεγαλύτερη της αγορά η συλλογική συνείδηση. Ένας μεσήλικας εκφωνητής δελτίου ειδήσεων – ιστορική η ερμηνεία του Πίτερ Φιντς–  μαθαίνει ότι πρόκειται να απολυθεί. Η απόγνωσή του τον οδηγεί στα πρόθυρα της αυτοκτονίας και τον μετατρέπει σε ιλαροτραγικό προφήτη. Εκφωνεί τους δυστοπικούς λόγους του κατά τη διάρκεια των δελτίων με αποτέλεσμα να αποτελεί πια ένα κερδοφόρο προϊόν για το κανάλι, καθώς το κοινό δείχνει να απολαμβάνει τον «αποτρελαμένο» δημοσιογράφο. Η απόλυσή του λοιπόν αποσύρεται από το μυαλό των ιθυνόντων που αρχίζουν να αναζητούν τον πιο επικερδή τρόπο να εκμεταλλευτούν την απρόσμενη αυτή εξέλιξη.

Η διευθύντρια προγράμματος του καναλιού, που ενσαρκώνει η Φέι Νταναγούει, παρουσιάζεται σαν μια αδίστακτη, σκληρή επαγγελματίας που, εξαιτίας της παντελούς έλλειψης αναστολών, μπορεί να βρει τη μέθοδο μεγιστοποίησης της ακροαματικότητας, όσο απάνθρωπη και αν είναι αυτή. Ο διευθυντής του τμήματος ειδήσεων (Γουίλιαμ Χόλντεν), παλιός στο χορό της τηλεοπτικής φρενίτιδας, λειτουργεί σαν αντιστάθμισμά της, καθώς βλέπει τον τομέα του να καθίσταται παρωχημένος αλλά ο ανένδοτος αγώνας του να τον προστατεύσει δεν είναι απαλλαγμένος ηθικών φραγμών.

Πάνω από όλους τους χαρακτήρες δεσπόζει ο απόλυτος κυρίαρχος. Ο καναλάρχης, απρόσωπος και αδιάφορος, σαν Θεός βγαλμένος από τους χειρότερους εφιάλτες του ανθρώπου. Βρίσκεται εκεί για να ελέγξει αν πληρούνται τα κριτήρια αποδοτικότητας των τμημάτων και των ανθρώπων που τα αποτελούν. Αν δεν λαμβάνει την ωφέλεια που επιθυμεί, προχωράει στις απαραίτητες αλλαγές, λογαριάζοντας μόνο αριθμούς. Και εκεί είναι το σημείο που καταλαβαίνει κανείς ότι η ταινία αφηγείται μια ιστορία που υπερβαίνει κατά πολύ τα τηλεοπτικά άδυτα.

Στην πρώτη της προβολή, η ταινία είχε εκληφθεί ως μια δυναμική σάτιρα της κατάστασης στην αμερικανική τηλεόραση. Και είναι από τη μια μεριά λογικό, καθώς είναι τόσο σαρωτική η παρουσία του κυνισμού καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ που η ερμηνεία του μέσω κωμικών εργαλείων είναι από τη μία μεριά επιτρεπτή. Σε αυτό συνηγορεί και η υπερβολή στην οποία βασίστηκε ο Λιούμετ. Οι χαρακτήρες συνεχώς ωρύονται, η τροπή της πλοκής είναι εν πολλοίς αναπάντεχη και υπάρχει ένα συνεχές αίσθημα ότι αυτά που παρακολουθεί ο θεατής δε μπορεί να συμβούν στην πραγματικότητα.

Στην ουσία όμως, η ταινία αποτελεί προφητική κατάθεση της δυστοπίας που θα ακολουθούσε. Και σήμερα δεν μοιάζει καθόλου κωμική. Μοιάζει σχεδόν ντοκιμαντερίστικη απεικόνιση της αλήθειας. Η στιβαρή σκηνοθεσία του Λιούμετ καταφέρνει να συνδυάσει ιδανικά την αίσθηση της υπερβολής με το ζοφερό κλίμα. Δημιουργεί μια πνιγηρή ατμόσφαιρα για το θεατή, που υπηρετεί πιστά και τολμηρά τη σκέψη του Τσαγιέφσκι και όλες τις φρικώδεις οδούς που αυτή διαβαίνει. Στο σενάριο δεσπόζουν οι διάλογοι, αλλά και ένας κλασικός πλέον μονόλογος του Φιντς, που το κάνουν να μοιάζει με πρότυπο για όλα τα δημιουργήματα του Άαρον Σόρκιν.

Είναι ειρωνικό μια ταινία που τοποθετεί στο κέντρο της έναν τηλεοπτικό προφήτη να είναι η ίδια ένα από τα πιο προφητικά δημιουργήματα του αμερικανικού κινηματογράφου. Αυτό όμως είναι και το μεγαλείο της. Ο Λιούμετ δε χαρίζεται σε κανέναν χαρακτήρα, μα ούτε και στο κοινό. Εμπιστεύεται για μία ακόμη φορά το οξύτατο πολιτικό του αισθητήριο και δικαιώνεται απόλυτα. Η απύθμενη σκληρότητα του τηλεοπτικού κόσμου, η ανίκητη φτήνια του και η αποβλακωμένη οντότητα που λέγεται τηλεοπτικό κοινό, όλα υπάρχουν εδώ. Και, δυστυχώς, καθ’ ομοίωση της πραγματικότητας.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑