M

Σκηνοθεσία: Φριτς Λανγκ

Παίζουν: Πέτερ Λόρε

Διάρκεια: 105’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Μ, ο δράκος του Ντίσελντορφ»

Το μυθικό Μ του Φριτς Λανγκ ανήκει σε εκείνη την κάστα ταινιών που μοιάζουν με το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι. Κάθε μέρα που περνά, από το μακρινό 1931 όπου και γυρίστηκε, η ψηφισμένη ως «η σημαντικότερη ταινία στην ιστορία του γερμανικού σινεμά» μοιάζει όλο και πιο φρέσκια, απρόσβλητη από τις ρυτίδες του χρόνου. Αντλώντας χαλαρή έμπνευση από την αληθινή ιστορία του Γερμανού serial killer Πέτερ Κούρτεν, ο οποίος δολοφονούσε αβέρτα μικρά παιδιά στο Ντίσελντορφ, τη δεκαετία του ’20, ο Λανγκ κατορθώνει να φανεί εύφανταστος, ευρηματικός, απέριττος και μοντέρνος σε σχεδόν κάθε αισθητικό και δραματουργικό παρακλάδι της ταινίας του.

Πάνω απ’ όλα όμως, αποτυπώνει με τρόπο αδιανόητο το νοσηρό κλίμα που επικρατούσε στη Γερμανία εκείνη την εποχή, όταν η Δημοκρατία της Βαϊμάρης πνέει τα λοίσθια και το Τρίτο Ράιχ ακόνιζε τα δόντια του. Το M δεν αποτελεί προϊόν αναστοχασμού, οδυνηρής μνήμης, ολέθριων τραυμάτων, δεν λειτουργεί ως μάταιη απόπειρα ιστορικής γιατρειάς. Αντιθέτως, στέκει ως ανατριχιαστικός κώδωνας κινδύνου που προφητεύει τα μελλούμενα και ακούει τον αχό της φρίκης που είναι ακόμη μακριά.

Πιάνοντας μία προς μία τις καινοτομίες του Λανγκ, θα ξεκινήσουμε από τη χρήση του ήχου στην ταινία. Ασχέτως αν σε εμάς φαίνεται κάτι το αυτονόητο, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι το πέρασμα από τον βωβό στον ομιλόντα κινηματογράφο παραμένει πιθανώς το μεγαλύτερο breakthrough που γνώρισε το σινεμά στην ώς τώρα πορεία του. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες της εποχής γοητεύτηκαν, ως αναμένετο, σε υπερβολικό βαθμό από την ενσωμάτωση του ήχου, με αποτέλεσμα οι ήρωες των ταινιών τους να φλυαρούν ακατάσχετα, να τραγουδούν κάθε τρεις και λίγο, να φωνάζουν, να μουρμουρίζουν, να χασμουριούνται, να βήχουν, γενικά να κάνουν ό,τι μπορεί να ακουστεί, χωρίς ιδιαίτερη αίσθηση του μέτρου.

Ο Λανγκ, στον αντίποδα, προσέγγισε το όλο ζήτημα με πρωτοφανή νηφαλιότητα. Αντιλαμβανόμενος πως η πιο σημαντική νέα εκφραστική δυνατότητα που βρίσκεται στη διάθεσή του δεν έγκειται στην ακατάσχετη ομιλία, αλλά στη συνετή και στοχευμένη αντιπαραβολή ήχου και σιωπής. Ο Λανγκ παίζει στα δάχτυλα το δίπολο αυτό και φτιάχνει ένα κλίμα ασταμάτητης απειλής, ημιτελούς προειδοποίησης και υποδόριου φόβου, που δεν μπορεί να λάβει αποκρυσταλλωμένη μορφή.

Το Μ είναι ξέχειλο από μια αίσθηση χαμηλότονου κινδύνου, ο οποίος παραμονεύει στη διπλανή γωνιά. Αυτός ο κίνδυνος προαναγγέλλεται από τον ίδιο τον δράστη, από τον ίδιο τον φορέα του Κακού, ο οποίος κατά βάθος αποζητά τη λύτρωση της σύλληψης. Τα γαμψά του νύχια τρομάζουν ακόμη και τον ίδιο, η φύση του είναι σκάρτη και το γνωρίζει καλά. Ο κατά συρροή δολοφόνος της ιστορίας μας, λοιπόν, έχει παθολογική εμμονή με ένα μελωδικό σκοπό και πιο συγκεκριμένα, με τη Σουίτα Νο. 1 του έργου Peer Gynt, του Νορβηγού συνθέτη Έντβαρ Γκρινγκ, η οποία γράφτηκε για το ομότιτλο θεατρικό έργο του συμπατριώτη του συνθέτη Χένρικ Ίψεν.

Το σφύριγμα αυτό είναι μια υπενθύμιση ότι το υψηλό και το ευγενές δεν εμπνέουν μονάχα τους ενάρετους, αλλά και τους φαύλους. Είναι ένας παραμορφωτικός καθρέφτης, μια γλυκιά μελωδία από την οποία αναβλύζουν ζοφεροί οιωνοί. Το σφύριγμα απαλλάσσει τον Λανγκ από τον σκόπελο της περιττής επεξηγηματικότητας, επιτρέποντάς του να φανεί οικονόμος και λιτός. (Ένα από τα πάντα ενδιαφέροντα trivia της ταινίας είναι ότι το σφύριγμα βγαίνει από τα χείλη του ίδιου του Λανγκ, καθώς ο πρωταγωνιστής Πέτερ Λόρε δεν μπορούσε να σφυρίξει.) Εξυπακούεται, βέβαια, ότι τα υγρά εξωτερικά πλάνα, οι λήψεις που φανερώνουν αποπροσανατολισμό και εφιαλτική καταβύθιση, οι κιαροσκούρο φωτοσκιάσεις που φτιάχνουν τρομώδη ατμόσφαιρα από το πουθενά, όλες οι διδαχές του Γερμανικού Εξπρεσσιονισμού και του Κάμερσπιλ είναι φυσικά παρούσες και στεντόρειες.

Παράλληλα, είναι σχεδόν ασύλληπτο το πόσο σφιχτοδεμένο ορθολογικά δομημένο και επαγωγικά δρομολογημένο είναι το σενάριο, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς ότι έχουμε να κάνουμε με την πρώτη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου που καταπιάνεται με το μοτίβο του serial killer. (Το «Μ» του τίτλου, παρεμπιπτόντως, παραπέμπει στη γερμανική λέξη «Mörder» που σημαίνει δολοφόνος). Πέρα όμως από το σεναριακό σκέλος, ο Λανγκ χειρίζεται υποδειγματικά το serial killer μοτίβο τόσο αισθητικά όσο και χαρακτηρολογικά. Ξεκινώντας από το δεύτερο σκέλος, είναι εντυπωσιακό ότι εν έτει 1931(!) το Μ μας προσκαλεί όχι ακριβώς να συμπαθήσουμε αλλά τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τη διαδικασία μέσω της οποίας ένας άνθρωπος μπορεί να οδηγηθεί στη φρίκη.

Ο κεντρικός χαρακτήρας δεν απεικονίζεται σε καμία στιγμή ως ένα μονοσήμαντο και μονοδιάστατο τέρας, αλλά πολλές φορές μοιάζει με ένα πληγωμένο αγρίμι, εγκλωβισμένο στην αρρωστημένη παράνοιά του. Σαν ένας άνδρας που γεννήθηκε με κοστούμι παλιάτσου, όντας αιώνια καταδικασμένος να κάνει τα παιδάκια να κλαίνε αντί να γελούν. Η σκηνή στην οποία ο δολοφόνος κάνει τρομακτικές γκριμάτσες στον καθρέφτη είναι ενδεικτική: «Για να βλέπουν ένα τέρας σε μένα όλοι οι υπόλοιποι, πρέπει λογικά να είμαι». Το τέρας προσπαθεί πλέον να ανταποκριθεί στον ρόλο του, να φανεί αντάξιος της εικόνας του. Επιπλέον, η σκηνή της απολογίας του δολοφόνου στο φινάλε ψηλαφεί -σε αδιανόητα προχωρημένο για την εποχή βαθμό- την ψυχοπαθολογία (άλλοτε ηδονική, άλλοτε αυτοκαταστροφική) του φορέα επαναμβανόμενων ειδεχθών εγκληματικών πράξεων.

Από εκεί και έπειτα, όπως προείπαμε, η υποβλητική διάθεση και η αθέατη ένταση κυριαρχούν από την αρχή ώς το τέλος. Κανένας φόνος δεν διαπράττεται εντός κάδρου, τα πάντα υπονοούνται. Ο δολοφόνος είναι κάπου εκεί έξω και όλοι πρέπει να επιστρατευτούν απέναντι στον κοινό κίνδυνο. Ποιοι είναι όμως αυτοί οι «όλοι»; Ο Λανγκ απεικονίζει τον υπόκοσμο και την αστυνομία ως δύο τους δύο βασικούς διώκτες, χωρίς σε κανένα σημείο η αστυνομία να υπερέχει ηθικά ή οργανωτικά σε σύγκριση με τους κακοποιούς.

Αντιθέτως, οι δεύτεροι, αξιοποιώντας όλη τους την καπατσοσύνη και τα κόλπα της πιάτσας, είναι αυτοί που θα συλλάβουν τον δολοφόνο και θα τον δικάσουν σε ένα αυτοσχέδιο δικαστήριο. Έχουν κι αυτοί τους λόγους τους να τον αντιπαθούν, όχι από κάποια ηθική επιταγή, αλλά εξαιτίας του γεγονότος ότι η αστυνομία έχει πλέον κατακλύσει τα λημέρια τους, αναζητώντας τον, και το μεροκάματο έχει γίνει δύσκολη υπόθεση. Ο Πέτερ Λόρε, με σημαντική θητεία στο μπρεχτικό θέατρο και μετέπειτα καριέρα στο Χόλιγουντ, είναι ένας μπόγος με διαβολικά μάτια, ένα ανδρόγυνο αρχέτυπο της παρέκκλισης, ένας τρομακτικός και τρομαγμένος ανθρωπάκος που τρέχει με άλματα προς την σκοτεινή πλευρά.

Η καθολικά στρεβλωμένη πορεία των πραγμάτων θα αποτυπωθεί οριστικά κι αμετάκλητα μέσα από τη φιγούρα του ανθρώπου που εν τέλει θα τσακώσει τον δολοφόνο. Η γερμανική κοινωνία των αρχών του ’30 είναι σχεδόν κατα κυριολεξία εθελούσια τυφλή, μια πλαστελίνη πρόθυμη να ενδώσει σε ικανά χέρια. Το 1931, το κόμμα των Ναζί ήδη κόβει και ράβει και σε δύο χρόνια θα βρεθεί και επισήμως στην εξουσία. Χωρίς να κατονομάζει ή έστω και να υπονοεί την παρουσία του, ο Λανγκ αποδίδει στην εντέλεια ένα περιρρέον κλίμα κατάρρευσης, σήψης, απογοήτευσης, παραίτησης και εύφορης σποράς ψεμμάτων.

Όλες οι ανθρώπινες φιγούρες της ταινίας είναι φορτωμένες με πρόσωπα άσχημα, πρησμένα, παραμορφωμένα, ασύμμετρα κι ακανόνιστα. Τα καμπαρέ, οι χοροί και η σεξουαλική ατμόσφαιρα των glory days της Βαϊμάρης είναι πια παρελθόν. Τη θέση τους έχουν καταλάβει μουχλιασμένα φαγητά, χυμένα ποτά στο πάτωμα, ένα πνιγηρό στρίμωγμα στον ασφυκτικό χώρο, μια γενικευμένη πικρόχολη και κακομούτσουνη διάθεση.

Ο Λανγκ συλλαμβάνει τη στιγμή που ο λαός μετατρέπεται σε όχλο, τη διαχωριστική γραμμή που καταπατιέται όταν ο κοινωνικός ιστός αρχίζει να αποσυντίθεται. Δυο χρόνια αργότερα, ο Λανγκ χωρίζει από τη γυναίκα του (και συν-σεναριογράφο της ταινίας) Τέα Φον Χάρμπου, η οποία εγγράφεται στο ναζιστικό κόμμα, και παράλληλα απορρίπτει την πρόταση του, γοητευμένου από την τέχνη του, Γκέμπελς να αναλάβει τη θέση διευθυντή στο Γερμανικό Κινηματογραφικό Ινστιτούτο, αποχωρώντας αρχικά για το Παρίσι και μετέπειτα για την Αμερική.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Γιώργος Παπαδημητρίου

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Ποια από τις παρακάτω καλοκαιρινές κινηματογραφικές αποχρώσεις προτιμάτε;
  • FB Cinedogs

  • Latest Posts