Tributes Σινέμα Νόβου… Μέρος ΙΙ

19 Απριλίου 2017 |

0

Σινέμα Νόβου… Μέρος ΙΙ

Ο Nelson Pereira dos Santos αφήνει το στίγμα του με τη νεορεαλιστική ταινία του Rio, 40 graus (Ρίο, 40 βαθμοί – 1955), και θα γινόταν παραγωγός, μοντέρ, αλλά και πηγή έμπνευσης για μια ομάδα νεότερων ανθρώπων προερχόμενων από σχολές κινηματογράφου και από τον χώρο της κριτικής. Όπως πολλοί σκηνοθέτες του Νέου Κύματος πριν απ’ αυτούς, οι Βραζιλιάνοι κινηματογραφιστές ξεκίνησαν με ταινίες μικρού μήκους. Οι Ruy Guerra, Glauber Rocha και Joaquim Pedro de Andrade γύρισαν μικρού μήκους ταινίες ενώ ήταν ακόμα έφηβοι ή γύρω στα είκοσι. Η σπονδυλωτή ταινία Cinco vezes favela (Slum Times Five, 1962) περιελάμβανε επεισόδια του Carlos Diegues, του Andrade και των άλλων. Μέσα σ’ έναν χρόνο άρχισαν να εμφανίζονται διακριτά χαρακτηριστικά του Cinema Novo. Προσεγγίζοντας στιλιστικές επιλογές άλλων «Νέων Κινηματογράφων» – κάμερα στο χέρι, ζουμ, πλάνα σεκάνς, χαμηλότονα σκηνοθετημένες δραματικές στιγμές, νεκροί χρόνοι, διφορούμενα άλματα μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, οπτική πολυσημία -, αυτοί οι κινηματογραφιστές δημιούργησαν έντονα πολιτικά έργα.

Πολλές ταινίες επικεντρώνονταν στη ζωή εκτός των μεγαλουπόλεων. Η ταινία Barravento (The Turning Wind, 1962) του Glauber Rocha διαδραματίζεται στη Μπαΐα. Ο Φιρμίνο επιστρέφει από την πόλη και προσπαθεί να πείσει τους ψαράδες ν’ απελευθερωθούν απ’ τα δεσμά των ιδιοκτητών των διχτυών τους. Έρχεται επίσης σε σύγκρουση με τον Αρουάν, έναν ντόπιο «άγιο». Τελικά ο Αρουάν γίνεται μια νέα δύναμη κοινωνικής συνείδησης. Η επόμενη ταινία του Rocha, Deus e o Diablo na Terra do Sol (Μαύρος θεός, ξανθός διάβολος, 1963), είναι πιο διαζευκτική. Διαδραματίζεται στη Sertão, την τραχιά βορειοδυτική πεδιάδα της Βραζιλίας και δείχνει την καταπίεση των χωρικών από μεσσιανιστές θρησκευτικούς ηγέτες και μοχθηρούς ληστές. Ανάμεσα στις δυο αυτές δυνάμεις βρίσκεται ο εύπιστος απλός αγρότης Μανουέλ κι ο πιστολέρο Αντόνιο ντας Μόρτες. Η ιστορία βασίζεται σε λαϊκές μπαλάντες και τραγούδια που σχολιάζουν με καυστικό -στα όρια της ειρωνίας- ύφος τη δράση. Όταν ο Αντόνιο σκοτώνει τον ληστή Κορίσκο, ο χορός τραγουδάει: «Η δύναμη του λαού είναι η μεγαλύτερη δύναμη», και ακολουθεί μονοπλάνο του Μανουέλ και της γυναίκας του που τρέπονται σε φυγή μέσα στην έρημο. «Θλιβερές, άσχημες ταινίες… που κραυγάζουν, ταινίες απελπισίας όπου δεν υπερισχύει πάντα η λογική» – η περιγραφή του Rocha για το ύφος του Cinema Novo εκείνης της εποχής ταιριάζει απόλυτα με το έργο του.

 Ο Nelson Pereira dos Santos απικόνισε πιο λιτά την αγροτική ζωή στην ταινία Vidas secas (Barren Lives 1963). Η ταινία, διασκευή ενός κλασικού μυθιστορήματος, παρακολουθεί τις προσπάθειες του Φαμπιάνο να βρει δουλειά στη διάρκεια της μεγάλης ξηρασίας του 1940. Οι αποδραματοποιημένες, σχεδόν βωβές, πρώτες σκηνές του φιλμ αφηγούνται το οδοιπορικό της οικογένειάς του μέσα από την άγονη Sertão. Η οικογένεια ζει με μικροδουλειές, αλλά ο Φαμπιάνο συλλαμβάνεται άδικα και πέφτει θύμα κακομεταχείρισης. Η ταινία τελειώνει όπως αρχίζει, με ψευδοντοκυμαντερίστικες σκηνές της οικογένειας να περιπλανιέται με την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή.

 

 Ο Ruy Guerra γύρισε μια απ’ τις πρώτες ταινίες του Cinema Novo, με τίτλο Os Cafajestes (Στιγμές Σιωπής 1962), αλλά οφείλει τη φήμη του στην τανία Os Fuzis (Τα όπλα, 1963). Σε μια πόλη που λομοκτονεί καταφθάνουν στρατιώτες για να φυλάξουν την αποθήκη ενός γαιοκτήμονα. Ενώ οι πεινασμένοι χωρικοί προσεύχονται για κάποιο θαύμα, οι στρατιώτες σκοτώνουν την ώρα τους πίνοντας, πυροβολώντας στον αέρα και συζητώντας με τον οδηγό ενός φορτηγού τον Γκαούτσο. Στην κορύφωση της ταινίας, ο Γκαούτσο ηγείται μιας αποτυχημένης εξέγερσης. Ο Guerra χρησιμοποιεί εντυπωσιακά ευρυγώνια κοντινά πλάνα καθώς και μονοπλάνα, που δρανματοποιούν την αντιπαράθεση των πολιτικών δυνάμεων.

 Οι στιλιστικές διαφορές αυτών των ταινιών αποκαλύπτουν την επιρροή της ευρωπαϊκής θεωρίας του δημιουργού. Η έμφαση που δίνει ο Guerra στο βάθος πεδίου, απόλυτη αποδραματοποίηση του Perreira dos Santos και τα εντυπωσιακά ζουμ, όπως και τα απότομα κατ του Rocha χαρακτηρίζουν κάθε ταινία ως προϊόν ξεχωριστής ευαισθησίας. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες του cinema Novo ακολούθησαν τον Rocha στην υιοθέτηση της θεωρίας του δημιουργού ως μέσο πολιτικής κριτικής. Ο Rocha εξέλαβε την κινηματογραφική δημιουργία ως αντίδραση στην κυριαρχία του Χόλλυγουντ. Η ίδια η δημιουργία ιδιοσυγκρασιακών ταινιών ήταν μια πράξη, βαθέως επαναστατική.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑