Ο πορνογράφος του φωνογράφου

«Όταν οι φίλοι μου έβλεπαν τον Brassens να με περιμένει στο πεζοδρόμιο και με ρωτούσαν τι κάνω μ’ αυτό τον τύπο, τους απαντούσα: είναι ένας ποιητής. Μα τι γράφει; Δεν ξέρω. Γράφει για τις επόμενες γενιές».

Pierre Onténiente

Ο Pierre Onténiente ήταν ο «γραμματέας» του Brassensκάτι σαν τον φύλακα άγγελό του, η αδελφή ψυχή του. Ο ίδιος έλεγε πως ο Brassens είχε αναλάβει το καλλιτεχνικό κομμάτι ενώ ο ίδιος ήταν υπεύθυνος για τον καπνό της πίπας του ή την εφημερίδα του, για τα λογιστικά του, το μάνατζμεντ και για την φροντίδα των πάντων εν γένει γύρω από τη ζωή του μεγάλου τραγουδοποιού. Οι δύο άνδρες γνωρίστηκαν το 1943 στο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας του Μπάζντορφ, στη Γερμανία. Ο Γιβραλτάρ (Pierre Onténiente) ήταν ο αποκλειστικός υπεύθυνος της βιβλιοθήκης και κάθε βράδυ -σύμφωνα με την τρομακτικά ενδιαφέρουσα αυτοβιογραφία του- ερχόταν ένας τύπος που ήταν χτενισμένος σαν τον Τίνο Ρόσσι, είχε μουστάκι σαν του Κλαρκ Γκέιμπλ και έμοιαζε με γορίλα. Δανειζόταν πέντε βιβλία κι έλεγε με πολύ γραφικό τρόπο πως θα τα φέρει την επομένη. Ήταν ο Brassens. Ξυπνούσε κάθε πρωί στις 5 και διάβαζε μέχρι τις 8, εκνευρίζοντας όσους κοιμόντουσαν στον ίδιο θάλαμο μαζί του. Όποτε τον ρωτούσαν τι έκανε στη ζωή του, απαντούσε: «Τίποτα». Ήδη όμως έγραφε τραγούδια. Όταν ο πόλεμος τελείωσε, πήγε και βρήκε τον Γιβραλτάρ στο στούντιό του, στη rue Pigalle. Από τότε δεν ξαναχώρισαν ποτέ. Ο Γιβραλτάρ έγινε ο καλύτερός του φίλος, ο ατζέντης του, ο φύλακας – άγγελός του. Πήγαιναν μαζί παντού, εκδρομές, ταξίδια, περιοδείες. Μαζί επισκέφθηκαν το 1954 τους γονείς του Brassens, που είχε να τους δει δέκα χρόνια. Ο πατέρας του ήταν μαραγκός και δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τη μουσική, ήταν όμως περήφανος που ο γιος του είχε πετύχει. Η μητέρα του ήταν μια φιλόμουση και συντηρητική καθολική κυρία. Τα πρώτα τραγούδια του γιου της την είχαν ενθουσιάσει, αλλά με τον «Γορίλα» και την «Πουτάνα» είχε σοκαριστεί, δεν πήγε ποτέ στη ζωή της σε συναυλία του Ζωρζ, δεν άντεχε να τον ακούσει να ξεστομίζει χυδαιότητες.

Ήταν υπεύθυνος, επίσης, για τη μία και μοναδική κινηματογραφική παρουσία του Brassens. Το 1957, ο Pierre Onténiente προτείνει στον ημίτρελο σκηνοθέτη René Clair, να πάρει ως πρωταγωιστή του τον άλλο ημίτρελο, τον Georges Brassens, στην εκπληκτική γκανγκστερική δραματική κομεντί: «Porte des Lilas«. Οι δυο τρελοί δεν άργησαν να συγκρουστούν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, αφού ο Clair, από τη μια, ήταν ολίγον τι φασίστας στη δουλειά του κι ο Brassens, από την άλλη, δε λογάριαζε κανέναν, κάνοντας μονίμως του ξερού κεφαλιού του. Η κατάσταση εξομαλύνθηκε με την παρέμβαση – τέχνασμα του Onténiente, ο οποίος κάποια στιγμή άρχισε να πρεσάρει τον σκηνοθέτη με ό,τι κατέβαζε η κούτρα του, τις ημερομηνίες, τα συμβόλαια, τις σκηνές. Μια μέρα, ο Clair δεν άντεξε και πήρε τηλέφωνο τον Brassens: «Τι είναι αυτός ο μπελάς που μου έστειλες; Είναι μια πέτρα, ένας βράχος, το ίδιο το Γιβραλτάρ! Κι από τότε ο Pierre Onténiente, είναι περισσότερο γνωστός με το παρατσούκλι που του κόλλησε ο Clair, παρά με τ’ όνομά του.

m_304319369_0

Ο μέγιστος, πάντως, αυτός «διανοούμενος» του στίχου, ο ειρωνικός και σατιρικός στιχοπλόκος και φύσει αναρχικός, που έφερε την ποίηση στον λαό και που έμεινε πιστός στις αρχές του μέχρι το τέλος της σύντομης σχετικά ζωής του (πέθανε το 1981, στα 60 του χρόνια, έπειτα από μακροχρόνια μάχη με τον καρκίνο) είναι ο πιο μεγάλος ποιητής της Γαλλίας μετά τον Ρεμπώ. Αυτοδίδακτος, ταλαντούχος, πολυδιαβασμένος, ανήσυχος και πάνω απ’ όλα με χιούμορ, ο Georges Brassens, γράφει μανιωδώς τραγούδια -κι όχι μόνο- που μιλούν για γαμήσια (οθωμανικά ή ελληνικά – και μη), πίπες, γορίλες, παγκάκια κι ό,τι άλλο απίθανο μπορεί να σκεφτεί, για να γίνει ο θεμελιωτής και σημαντικότερος εκπρόσωπος του γαλλικού chanson realiste. Το 1967 η Γαλλική Ακαδημία του απονέμει το Μεγάλο Βραβείο Ποίησης, το οποίο και αρνείται πανηγυρικά, αποκηρύσσοντας τoν ακαδημαϊσμό και παραμένοντας ο «άξεστος» τροβαδούρος με το εμβληματικό μουστάκι και την πίπα, μιας και αυτό ήταν το μεγαλύτερο επίτευγμά του. Το παχύ μουστάκι και η πίπα.

Ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια του μεταφρασμένο, χωρίς ρίμα, που υπάρχει στα γαλλικά. Για όσους ομιλούν τη γαλλική, είναι ακόμα πιο απολαυστικό.

LA MAUVAISE REPUTATION
H κακή φήμη

Στο χωριό χωρίς να το παινευτώ
Έχω κακή φήμη
Είτε βάζω τις φωνές είτε μένω ήσυχος
Με περνάτε πως είμαι και εγώ δεν ξέρω τι
Δεν κάνω όμως κακό σε κανέναν
Ακολουθώντας το δρόμο του ταπεινού ανθρωπάκου
Μα οι σπουδαίοι άνθρωποι δεν αγαπούν
Όποιον ακολουθεί άλλο δρόμο απ’ το δικό τους
Όλος ο κόσμος με κακολογεί
Εκτός απ΄τους μουγκούς, όπως εννοείται.

Την ημέρα της Δεκάτης Τετάρτης Ιουλίου
Εγώ κάθομαι στο ζεστό κρεβάτι
Η μπάντα της παρέλασης
Με αφήνει αδιάφορο
Δεν κάνω όμως κακό σε κανέναν
Που δεν ακούω τη σάλπιγγα να ηχεί
Μα οι σπουδαίοι άνθρωποι δεν αγαπούν
Όποιον ακολουθεί άλλο δρόμο απ΄το δικό τους
Όλος ο κόσμος με δείχνει με το δάχτυλο
Εκτός απ΄τους κουλούς, όπως εννοείται

Όταν συναντιέμαι με έναν άτυχο κλέφτη
Που τον κηνυγάει ένας χωριάτης
Τινάζω το πόδι μου και γιατί να το κρύψω
Ο χωριάτης βρίσκεται με μιας ξαπλωμένος κατά γης
Δεν κάνω όμως κακό σε κανέναν
Αφήνοντας να το σκάνε οι μικροκλέφτες
Μα οι σπουδαίοι άνθρωποι δεν αγαπούν
Όποιον ακολουθεί άλλο δρόμο απ’ το δικό τους
Όλος ο κόσμος ορμάει κατά πάνω μου
Εκτός απ’ τους κουτσούς, όπως εννοείται

Δεν είναι ανάγκη να είμαι ο Ιερεμίας
Για να μαντέψω τη μοίρα που μου έχει γραφτεί
Αν βρουν ένα σκοινί του γούστου τους
Θα μου το περάσουν στο λαιμό
Δεν κάνω όμως κακό σε κανέναν
Ακολουθώντας τους δρόμους που δεν οδηγούν στη Ρώμη
Μα οι σπουδαίοι άνθρωποι δεν αγαπούν
Όποιον ακολουθεί άλλο δρόμο απ΄το δικό τους
Όλος ο κόσμος θα ‘ρθει για να με δει κρεμασμένο
Εκτός απ΄ τους τυφλούς, όπως εννοείται.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑